Υλικό απο την δολοφονική βία των μπάτσων στη γενική απεργία 28-29/6

Υλικό απο την δολοφονική βία των μπάτσων στη γενική απεργία 28-29/6

βοηθήστε στην έρευνα σχετικά με την υλική βιωσιμότητα μιας κομμούνας σήμερα

Πέμπτη 8 Σεπτεμβρίου 2011

Πολυπολιτισμικότητα και παγκοσμιοποίηση, δυο έννοιες που δεν πρέπει να συγχέονται!


Πολλοί πιστεύουν πως οι πολυπολιτισμικές κοινωνίες είναι αποτέλεσμα της παγκοσμιοποίησης. Αναλύοντας όμως περισσότερο μια Δυτική κοινωνία, βλέποντας τα δεδομένα από μια πιο πολυδιάστατη οπτική γωνία αυτό που συνειδητοποιούμε είναι πως οι πολυπολιτισμικές κοινωνίες δημιουργήθηκαν σε αντίθεση με τα συμφέροντα που υποκινούν την παγκοσμιοποίηση.
Στην πραγματικότητα οι κοινωνίες που ζούμε (και κατά συνέπεια ένα από τα μεγαλύτερα ποσοστά των Δυτικών κοινωνιών) είναι πολύ πιο μονοπολιτισμικές από ότι δείχνουν. Οι λόγοι: Όλα τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, σε όλο τον κόσμο κάνουν τα πάντα προκειμένου να προωθήσουν έναν συγκεκριμένο τρόπο ζωής εύκολα αποδεκτό από τις μάζες, το γνωστό “American Lifestyle” όπως ανέφερα παραπάνω. Θα θεωρούσαμε απόλυτα φυσιολογικό να βλέπαμε μια παρέα Μογγολέζων να τραγουδάει ένα διάσημο Αμερικάνικο ποπ άσμα παρότι ένα πηγαδάκι Αμερικάνών εφήβων να διασκεδάζει με μογγολέζικη μουσική! Φανταστείτε μια μπάντα Ινδονησιακής μουσικής (διάσημοι στον τόπο τους) να περιοδεύουν στις Η.Π.Α! Στις μεγάλες μητροπόλεις, όπως Νέα Υόρκη για παράδειγμα, ελάχιστο ποσοστό ανθρώπων θα ενδιαφέρονταν να παρακολουθήσει ζωντανά μια συναυλία τους. Κατά πάσα πιθανότητα θα αφορούσε μόνο τους μετανάστες από την Ινδονησία που ζουν στις Η.Π.Α και ίσως ένα μικρότατο ποσοστό λευκών Αμερικάνών. Τι θα γινόταν όμως αν μια διάσημη ποπ Αμερικάνίδα τραγουδίστρια επισκεπτόταν την Τζακάρτα (πρωτεύουσα της Ινδονησίας;) Είναι σαφέστατα λογικό πως στις Η.Π.Α κυριαρχεί ο Αμερικάνικός τρόπος ζωής, όμως στην Ινδονησία το “American Lifestyle” κυριαρχεί κι εκεί επίσης, όπως και σχεδόν παντού, και μάλιστα έναντι των τοπικών παραδόσεων!

Σε πρώτη φάση λοιπόν ταυτίζουμε το φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης με ένα είδος «πολιτισμικού ιμπεριαλισμού», ως αποτέλεσμα της οικονομικής εξάπλωσης του νεο-φιλελεύθερου μοντέλου στην Ανατολή. Η επικρατούσα Αμερικάνική κουλτούρα πλέον είναι γεγονός. Εδώ και πολλές δεκαετίες η λογική της ευκολίας και ο ματεριαλιστικός κομφορμισμός έχουν κυριαρχήσει στην καθημερινή μας ζωή, κάτι που πολλοί Έλληνες αριστεροί και καλλιτέχνες είχαν προσπαθήσει να εμποδίσουν στο παρελθόν, όπως αναφέρει παραπάνω ο Ηλίας Πετρόπουλος.
Εφόσον λοιπόν απορρίπτουμε το ενδεχόμενο οι Δυτικές πολυπολιτισμικές κοινωνίες να είναι παράγωγα της παγκοσμιοποίησης, τότε σε τι οφείλουν την ύπαρξή τους; Είναι το αποτέλεσμα διαφόρων κοινωνικών αγώνων που έλαβαν μέρος κατά την διάρκεια των προηγούμενων δεκαετιών, αγώνες που έγιναν σε αντίθεση με τα συμφέροντα των τότε κεφαλαιοκρατών, όπου οι μετανάστες απαίτησαν ίσα δικαιώματα και ευκαιρίες με τον γηγενή πληθυσμό. Χάρη σε αυτούς τους αγώνες λοιπόν οι Ευρωπαϊκές κοινωνίες είναι σήμερα εν μέρη πολυπολιτισμικές, και λέω «εν μέρη» γιατί χρειάζονται περισσότερες προσπάθειες για να γίνουν πραγματικά πολυπολιτισμικές. Γιατί άλλωστε, όσο λιγότερη γκετοποίηση υφίσταται μεταξύ ατόμων διαφορετικού πολιτισμικού υπόβαθρου, τόσο περισσότερο διαπολιτισμική και δικαιότερη γίνεται μια κοινωνία, κάτι που φυσικά έρχεται σε σύγκρουση με τα συμφέροντα των κεφαλαιοκρατών (θα δούμε παρακάτω) και συνεπώς της παγκοσμιοποίησης που δεν τίποτα παραπάνω από παράγωγο του καπιταλισμού!
Πιο αναλυτικά: Στον Δυτικό κόσμο κάποιες κοινωνικές κατακτήσεις θεωρούνται πλέον πάγιες. Για παράδειγμα, 150 χρόνια πριν, ήταν αποδεκτό το εισαγόμενο εργατικό δυναμικό από την Ασία να αμείβεται χαμηλότερα από ότι ένας ντόπιος εργάτης. Οι κεφαλαιοκράτες εξ αρχής δεν ενδιαφέρονταν φυσικά να δημιουργήσουν μια κοινωνία με «ίσα δικαιώματα και ευκαιρίες». (Κάτι τέτοιο, άλλωστε, φαντάζει παραμύθι για μικρά παιδιά.) Λόγω των αποικιών κατάφεραν ώστε να εισάγουν έναν μεγάλο αριθμό ατόμων (αλλόφυλων φυσικά) στην Ευρώπη όχι για να βελτιώσουν το βιωτικό τους επίπεδο αλλά για να εργαστούν έναντι εξευτελιστικών μεροκάματων σε δουλειές που κάποιος Ευρωπαίος θα απέφευγε. Κι εδώ βγαίνει η απάντηση στα ερωτήματα 1) πως η πολυπολιτισμική κοινωνία είναι ενάντια στα συμφέροντα του κεφαλαίου ενώ βλέπουμε πως στην πράξη οι ίδιοι οι κεφαλαιοκράτες είναι υπεύθυνοι για την παρουσία αλλόφυλων στην Ευρωπαϊκή επικράτεια και 2) πως αποκλείουμε την ύπαρξη κάποιας συνωμοσίας που στόχο έχει την πολιτισμική αλλοίωση των Ευρωπαϊκών λαών:
Βεβαίως η άρχουσα τάξη ήθελε τον εισαγόμενο αυτόν πληθυσμό σκλάβο της. Ο Βρετανικός νόμος, για παράδειγμα, υποχρέωνε έναν Βρετανό εργοδότη να πληρώνει το λιγότερο με 10 λίρες την ημέρα έναν Άγγλο εργάτη για ένα συγκεκριμένο χρόνο εργατοδουλειάς. Ο  Ασιάτης όμως επιτρέπονταν να αμείβεται πολύ λιγότερο. Σήμερα μια τέτοια πράξη είναι παράνομη και διώκεται πολύ αυστηρά είτε στην Βρετανία είτε σε οποιαδήποτε άλλη Δυτική χώρα (κυρίως της Βόρειας Ευρώπης). Τι ήταν αυτό όμως που άλλαξε ριζικά τα δρώμενα και βοήθησε τις μειονότητες να ξεφύγουν από την δουλεία;
Αν ανατρέξουμε στην σύγχρονη Βρετανική ιστορία θα δούμε πως τα χρόνια από την δεκαετία του 50 μέχρι και τα μέσα του 80 είναι ιδιαίτερα ταραγμένα σε ότι αφορά τις σχέσεις μεταναστών/γηγενών (όπως πάνω κάτω και σε όλο τον Δυτικό κόσμο). Μεγάλοι κοινωνικοί αγώνες έλαβαν μέρος, εξεγέρσεις μειονοτήτων για ίσα δικαιώματα (με αποκορύφωμα το Civil Rights Movement στις Η.Π.Α), γεγονότα που βοήθησαν τις καταπιεσμένες μειονότητες να ενισχύσουν τον ρόλο τους στην κοινωνία. Βεβαίως και η άρχουσα τάξη, όσο και αν ευθύνεται για την παρουσία αλλόφυλων στην Ευρωπαϊκή επικράτεια με σκοπό την εύκολη και γρήγορη εξυπηρέτηση των οικονομικών συμφερόντων της δεν μπορεί να θεωρηθεί συμβάλλουσα στην  διαμόρφωση μιας πολυπολιτισμικής κοινωνίας. Τι θα εμπόδιζε τους λευκούς Αμερικάνούς να εφαρμόσουν στον μαύρο πληθυσμό ότι ακριβώς εφάρμοσαν και στα εκατομμύρια των Ινδιάνων ή στην Ευρωπαϊκή μπουρζουαζία να εγκαθιδρύσει ένα ακόμα απολυταρχικό καθεστώς και να στείλει στον θάνατο όλους τους (κατώτερους φυλετικά γι’ αυτούς) μετανάστες που βρίσκονταν στην επικράτειά της αν δεν υπήρχε έστω και η στοιχειώδης αντίσταση; Συνεπώς, ναι, οφείλουμε να παραδεχτούμε πως η οικονομική μετανάστευση είναι καπιταλιστικής φύσης. Θα πρέπει όμως να διαχωρίσουμε το αυτονόητο δικαίωμα της ελεύθερης μετακίνησης μέσα σε έναν κόσμο δίχως σύνορα και εδαφικούς περιορισμούς, από την εξαναγκαστική μετακίνηση πληθυσμών, φτηνών σκλάβων στα σύγχρονα φέουδα.
Η πολυπολιτισμική κοινωνία όμως, οφείλει την ύπαρξή της στους αγώνες για ισότητα και κοινωνική δικαιοσύνη και όχι σε κάποια «κρυφή ατζέντα μιας παγκόσμιας συνωμοσίας που στόχο της έχει βάλει την εθνική μας ταυτότητα» όπως θέλει η χυδαία προπαγάνδα της άκρας δεξιάς να μας κάνει να πιστέψουμε. Αντιθέτως η ολοκληρωτική γκετοποίηση είναι αυτό που η ελίτ των Δυτικών κοινωνιών, οι συντηρητικοί απομονωτιστές και οι φιλελεύθεροι λάτρεις του κοσμοπολιτισμού προσπαθούν επιβάλουν και όχι η αρμονική συμβίωση των πολιτισμικά διαφορετικών ατόμων, έχοντας ως στόχο τους οι μετανάστες να μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως φτηνό εργατικό δυναμικό. Γιατί δεν μπορούμε να λέμε πως η παρουσία και μόνο κάποιας μειονότητας με διαφορετικά ήθη και έθιμα καθιστά μια κοινωνία πολυπολιτισμική. Θα πρέπει οι παραδόσεις  όλων των πολιτισμικά διαφορετικών ομάδων να έρχονται σε άμεση επαφή μεταξύ τους για να λέμε πως έχουμε να κάνουμε με μια πολυπολιτισμικής φύσης κοινωνία. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο και έγινε λόγος παραπάνω για «εν μέρη πολυπολιτισμικές κοινωνίες». Διότι η γκετοποίηση, παρά του ότι υπάρχουν πάρα πολλοί (μαύροι, κίτρινοι, λευκοί) που ζουν σε πλήρη αρμονία μεταξύ τους, δεν έχει εξαφανιστεί. Είναι ένα φαινόμενο ακόμα ορατό στα άθλια προάστια των μεγαλουπόλεων, κάτι που φυσικά σημαίνει πως ο αγώνας για κοινωνική δικαιοσύνη θα πρέπει να συνεχιστεί. (Αξίζει κανείς να διαβάσει το “Native Son” του Richard Wright που περιγράφει την ζωή των Αφρο-Αμερικάνών στα γκέτο και καταγγέλλει την Αμερικάνική κοινωνία ως ντιβιζιονιστική παρά πολυπολιτισμική).
Αν για παράδειγμα, σε μια Γερμανική πόλη ενός εκατομμυρίου γηγενούς πληθυσμού υπάρχουν 20.000 Ιάπωνες μετανάστες που ζουν στο περιθώριο τότε δεν μπορούμε να μιλάμε για πολυπολιτισμική κοινωνία εφόσον δεν υπάρχουν άμεσες αλληλεπιδράσεις του Γερμανικού με τον Ιαπωνικό τρόπο ζωής. Πόσο μάλλον όταν τόσο ο Γερμανός όσο και ο Ιάπωνας μετανάστης σκέφτονται με βάση την Αμερικάνική λογική του fast-food lifestyle, της εύρεσης όσο το δυνατό πιο υψηλόμισθης εργασίας γίνεται, της αγοράς αυτοκινήτου, κατοικίας, μια λογική που παγκοσμίως πλέον επικρατεί! Τότε αυτό που βλέπουμε είναι πως στην ουσία η κοινωνία έχει Αμερικάνοποιηθεί λόγω του προωθούμενου μοντέλου της παγκοσμιοποίησης. Αντιθέτως, η παγκοσμιοποίηση είναι μονοπολιτισμικής φύσης.
Όπως βλέπουμε, τα δικαιώματα των μειονοτήτων στις Δυτικές κοινωνίες κερδήθηκαν σε αντίθεση με τον καπιταλισμό και το εθνο-συντηρητικό status quo που τον προστάτευε. Συνεπώς η άρχουσα τάξη δεν μπορεί πλέον να χρησιμοποιήσει τους ντόπιους αλλόφυλους ως φτηνό εργατικό δυναμικό λόγω του φραγμού που έθεσαν οι κοινωνικοί αγώνες των προηγούμενων δεκαετιών στην εκμετάλλευσή τους. Προκειμένου όμως να εξασφαλίσει όσο το δυνατόν γίνεται περισσότερο κέρδος, μειώνοντας τα έξοδα της παραγωγής, αναγκάζεται να στείλει τα εργοστάσια κατασκευής  βασικών προϊόντων στις φτωχές Ανατολικές χώρες. Για να μπορέσουν όμως αυτές οι χώρες να προσφέρουν φτηνό εργατικό δυναμικό θα πρέπει με κάποιο τρόπο να υποβαθμιστεί το βιωτικό τους επίπεδο  (εμφύλιοι πόλεμοι, στρατιωτικές δικτατορίες) και φυσικά για να γίνει άμεσα εκμεταλλεύσιμο ένα κομμάτι του πληθυσμού τους ως φτηνοί μισθωτοί θα πρέπει να εισαχθεί το δυτικό lifestyle ως ιδανικό που θα επιβληθεί στον παραδοσιακό τρόπο ζωής και θα τον αποδυναμώσει ώστε να αρχίσουν οι κάτοικοι να υιοθετούν το απάνθρωπο ντρεσάρισμα της Δύσης, τους Δυτικούς κανόνες ηθικής εργασίας (work ethics) προκειμένου αυξήσουν τις παραγωγικές τους δυνατότητες στο ακέραιο μέσα σε έναν «ορθολογικό» παγκόσμιο ανταγωνισμό.
Στο σημείο αυτό, θα ήταν αναγκαίο να ξεκαθαριστεί το εξής: ο όρος «πολυπολιτισμική κοινωνία» είναι λάθος καθώς δεν περιγράφει στο ακέραιο το πρότυπο που θα πρέπει να θέσουμε σε ότι αφορά την συνύπαρξη ανθρώπων με διαφορετικό υπόβαθρο. Η ακριβής περιγραφή του δικού μας προτάγματος ακούει στο όνομα    δ ι α π ο λ ι τ ι σ μ ι κ ή    κ ο ι ν ω ν ί α. (Ο όρος και μόνο πολυπολιτισμικότητα αναφέρεται στην φιλελεύθερη προσέγγιση του κοινωνικού αυτού μοντέλου, τον κοσμοπολίτικο πολυφιλετισμό).
Ανακεφαλαιόνωντας: Η διαπολιτισμική κοινωνία έρχεται σε απόλυτη ρήξη με την παγκοσμιοποίηση η οποία προωθεί την Αμερικάνοποίηση της κοινωνίας. Διαπολιτισμική κοινωνία δεν σημαίνει μετατροπή της κοινωνίας σε μια καταναλωτική μάζα που δίχως επιλογή ακολουθεί ένα mainstream lifestyle όπως η συντηρητική-δεξιά προπαγάνδα προσπαθεί να παρουσιάσει. Η διαπολιτισμική κοινωνία αφορά την αρμονική συνύπαρξη διαφορετικών πολιτισμικών στοιχείων αλλά και η γεφύρωση πάσης φύσεως χάσματος και μίσους μεταξύ δύο διαφορετικών κοινωνικών ομάδων, με απώτερο στόχο την από κοινού προσπάθεια για την βελτίωση των συνθηκών διαβίωσής μας. (Για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο θα πρέπει βέβαια να μειωθεί και ο παραγωγισμός, και συνεπώς ο οικονομικός ανταγωνισμός που δημιουργεί φυλετικές εντάσεις και τριβές μεταξύ ανθρώπων. Η κοινωνική ανισότητα του καπιταλισμού, εκφράζεται επίσης και ως φυλετική ανισότητα.)
Απο την άλλη πλευρά  ο Αμερικάνισμός, που όπως θέσαμε παραπάνω, αποτελεί προϊόν της παγκοσμιοποίησης, δεν είναι κάτι παραπάνω από μία μορφή εξάλειψης της διαφορετικότητας μέσω της συνεχόμενης προβολής ενός μοντέλου ζωής εύκολα αποδεκτού από ένα μεγάλο σύνολο του πληθυσμού. Παγκοσμιοποίηση σημαίνει επικράτηση μιας κυρίαρχης κουλτούρας ως παράγωγο της ανεξέλεγκτης οικονομικής ανάπτυξης σε κάθε άνθρωπο. Απεναντίας, η διαπολιτισμική κοινωνία επιδιώκει την ένωση της διαφορετικότητας και όχι την εξάλειψή της. Αποσκοπεί στην κοινωνική πρόοδο και όχι την καταρράκωση των διαφόρων πολιτισμικών επιτευγμάτων στον βωμό της βιομηχανοποίησης και του κέρδους. Ένα παράδειγμα ανθρώπου επηρεασμένου από την λαίλαπα της παγκοσμιοποίησης θα μπορούσε να θεωρηθεί κάποιος που έχει εθιστεί στην ιδιώτευση, στον υπερκαταναλωτισμό, στην έλλειψη οραμάτων, στην μίμηση κάποιας ανόητης τηλεπερσόνας… Σε αντίθεση, ο διαπολιτισμικός άνθρωπος έρχεται σε επαφή με διαφορετικούς πολιτισμούς και άτομα διαφορετικής κουλτούρας προσπαθώντας έτσι να αποκτήσει μια πιο σφαιρική εικόνα για τον κόσμο και την θεώρηση των καταστάσεων. Παράλληλα ανακαλύπτει την χρυσή τομή μεταξύ των διαφορετικών πολιτισμών, δηλαδή κοινά γνωρίσματα που θα πρέπει να τεθούν ως κοινές αξίες για όλους τους ανθρώπους, με σκοπό να γεφυρωθεί κάθε είδους πολιτισμικό χάσμα και να επικρατήσει αρμονία και ειρηνική συνύπαρξη μεταξύ κάθε ανθρώπου (πολιτισμική δημοκρατία).
Αποκρούοντας τον εθνικισμό!
Οι εθνικιστές που από πάντα εμφανίζονται ως οι φανατικοί πολέμιοι των διαπολιτισμικών κοινωνιών, στην ουσία κατηγορούν κάτι που δεν υπάρχει(αναφέρομαι κυρίως στην Ελλάδα μιας και στις κοινωνίες όπου το πολυπολιτισμικό μοντέλο έχει υλοποιηθεί ως ένα βαθμό ισχύουν άλλα σενάρια, παρόμοια μεν, ωστόσο παρουσιάζουν μερικές διαφορές). Είναι οι μόνοι που δεν καταφέρνουν να ξεδιαλύνουν τις τεράστιες διαφορές μεταξύ διεθνισμού και παγκοσμιοποίησης. Η παγκοσμιοποίηση δεν ενδιαφέρεται για το αν οι άνθρωποι είναι ενωμένοι ή διχασμένοι. Δεν προβάλει κάποια κοινή πολιτισμική αξία, αλλά επιβάλει έναν συγκεκριμένο τρόπο ζωής σε άλλους ανθρώπους. (Πιο λαϊκά, θα μπορούσαμε να θέσουμε το εξής ερώτημα: Διεθνισμός από κάτω ή από πάνω και μόνο για τους πάνω;)
Στην ουσία, το σύστημα της αστικής δημοκρατίας μοιάζει να λειτουργεί σαν δίπολο. Από την μια πλευρά, ακολουθεί μια προοδευτική σοσιαλ-φιλελεύθερη γραμμή που τάσσεται υπέρ των δικαιωμάτων των μεταναστών και των μειονοτήτων θέτοντας σε εφαρμογή τους περιβόητους νόμους της πολιτικής ορθότητας όπως, ποινικοποίηση του ρατσιστικού λόγου και απαγόρευση πολλών νεοναζιστικών κομμάτων. (Θα μπορούσε κανείς να πει πως αυτού του είδους η πολιτική ορθότητα είναι αποτέλεσμα των κοινωνικών αγώνων βάση προηγουμένων δεκαετιών. Έν μέρη αυτό ισχύει). Αυτού του είδους λοιπόν η επιφανειακή πολιτική υπεράσπισης των δικαιωμάτων των μεταναστών δικαιώνει και τον αντιρατσισμό της αριστεράς. Πάνω σε αυτήν την πολιτική πατά η άκρα δεξιά. Χρησιμοποιεί τους νόμους της πολιτικής ορθότητας ως αφορμή για να εξαπολύσει την δήθεν αντικαθεστωτική της προπαγάνδα αγνοώντας πως στην πραγματικότητα το κατεστημένο δεν είναι αυτό που υποκρίνεται, μια φιλελεύθερη δημοκρατία που υπερασπίζεται τον αδύναμο μετανάστη. Αυτήν την όψη της αστικής δημοκρατίας βλέπουν λοιπόν οι εθνικιστές, πως έχουμε να κάνουμε με ένα καθεστώς που υπερασπίζεται το δίκαιο των μεταναστών που αυτοί θεωρούν ως απειλή για την φυλετική τους καθαρότητα. Όμως τα πράγματα δεν είναι έτσι. Έχει περάσει πλέον ο καιρός όπου ο φιλελευθερισμός διατηρούσε ένα αριστερίστικο προφίλ, όπως εκφραζόταν μέσα από τις κεντροαριστερές κυβερνήσεις οι οποίες πλέον δίνουν την θέση τους στην συντηρητική κεντροδεξιά. (Για μια ακόμη φορά, ωστόσο, βλέπουμε την άκρα δεξιά να βασίζεται σε λάθος συμπεράσματα. Άλλωστε σχεδόν όλοι οι εθνικιστές βασίζουν τα επιχειρήματά τους συχνά σε μεταφυσικές ερμηνείες ή θεωρίες συνωμοσίας και όχι σε κάποια ορθολογική ανάλυση των δομών μιας κοινωνίας. Ακόμη και όταν προσποιούνται πως ερμηνεύουν τα γεγονότα βάση αποδείξεων, καταφεύγουν σε επιφανειακές αναλύσεις που δείχνει πως στην πραγματικότητα αδυνατούν να ξεφύγουν από τις ανόητες μεταφυσικές, ανορθολογικές τους προσεγγίσεις).
Το ψεύτικο προσωπείο της δίκαιης κοινωνίας που προηγουμένως είχε υιοθετήσει η αστική δημοκρατία έχει αρχίσει να πέφτει, όπως θα έλεγε και ο Ζίζεκ στο Liberal Utopia, αλλάζοντας τα δεδομένα. Αυτό θα μπορούσε να μας βοηθήσει για το ξεμπρόστιασμα της άκρας δεξιάς που στην ουσία δεν είναι και τόσο αντικαθεστωτική όπως προσπαθεί να πείσει το απολιτικ κοινό. Και αυτό το προσωπείο δεν ήρθε ελέω καπιταλισμού αλλά όπως είπαμε και παραπάνω α) λόγω των πιέσεων που άσκησε το αντιρατσιστικό μέτωπο αλλά και β) λόγω της αυξανόμενης ζήτησης εργατικών χεριών σε δουλειές που πολλοί Ευρωπαίοι θα απέφευγαν, δεν υπήρχε άλλη λύση εκτός από την αναζήτηση ξένου εργατικού δυναμικού. Οι (νέο)φιλελεύθεροι αστοί, ακολουθώντας πιστά το ψευτο-ορθολογικό δόγμα του καπιταλισμού, δηλώνουν πως δεν είναι ρατσιστές (και έτσι είναι) αλλά αυτό που βλέπουμε κάθε μέρα όλο και περισσότερο είναι τις δημοκρατικά εκλεγμένες μας κυβερνήσεις να λαμβάνουν όλο και πιο αυστηρά αντιμεταναστευτικά μέτρα. Γι’ αυτούς πλέον η μετανάστευση θα πρέπει να περιοριστεί, όχι γιατί η ένταξη μεταναστών μέσα στην κοινωνία αποτελεί απειλή για την καθαρότητα της φυλής των γηγενών, αλλά γιατί ο ερχομός τους «συμπιέζει τις θέσεις εργασίας» και προκαλεί «έξαρση της εγκληματικότητας», κοινώς προξενεί προβλήματα στην ομαλή λειτουργία της ελεύθερης αγοράς σε σχέση με παλαιότερα όπου δεν υπήρχαν προσκόμματα στην ελεύθερη οικονομία. Πλέον οι μετανάστες δεν χρειάζονται μιας και η οικονομία αιμορραγεί. Δεν υπάρχουν θέσεις εργασίας γι’ αυτούς. Έτσι λοιπόν, οι (νέο)φιλελεύθεροι με την στάση τους (μέτρα για ανασύσταση του καπιταλισμού και προστασία της ντόπιας οικονομίας από την περαιτέρω άνοδο της ανεργίας) δικαιώνουν αλλά και συμβάλουν στην άνοδο της άκρας δεξιάς βρίσκοντας κοινό έδαφος μαζί της. (Φυσικά οι καπιταλιστές αποφεύγουν οποιαδήποτε συζήτηση για το οικονομικό σύστημα ως αιτία για την άνοδο του φασισμού).
Ανακεφαλαιώνοντας: Η διαπολιτισμική γεννιέται όταν ο γηγενής πληθυσμός είναι σε θέση να παράσχει βοήθεια σε ανθρώπους που δεν μπορούν να κατανοήσουν τις βασικές αξίες μιας ελεύθερης προοδευτικής κοινωνίας! Έχουμε ποτέ προσπαθήσει να εντάξουμε επιτυχώς στην κοινωνία μας μια από τις ποιο ευπαθής μειονότητες, τους μουσουλμάνους ή τους τσιγγάνους; Έχουμε κάνει αρκετές προσπάθειες ώστε να κατανοήσουμε την ψυχοσύνθεσή τους, τους λόγους που τους οδηγούν στην εσωστρέφεια, στο περιθώριο και την θρησκοληψία; Έχουμε προσπαθήσει ποτέ να εισχωρήσουμε στον εσωτερικό τους κόσμο ώστε να εντοπίσουμε και να εξαλείψουμε τους παράγοντες που καθιστούν αυτούς τους ανθρώπους αιχμάλωτους θρησκευτικών προκαταλήψεων αντί να πέφτουμε θύματα εύπεπτων ρατσιστικών θεωριών συνωμοσίας περί «εξισλαμισμού» ή ύπαρξης κάποιας «ατζέντας που στόχο έχει την πολιτισμική μας αλλοίωση»;
Μια επαναστατική πολιτική σήμερα δεν μπορεί να είναι παρά διεθνιστική. Οι λαοί δεν έχουν να μοιράσουν μεταξύ τους, τίποτα, έχουν όλοι τους ανοιχτό λογαριασμό με τους διευθύνοντες και τους προνομιούχους που είναι παντού, η ίδια, στην ουσία, φάρα, και τελικά συνδεδεμένοι και αλληλέγγυοι είτε λέγονται «Αμερικάνοί», είτε «Ρώσοι», είτε «Κινέζοι», είτε «Γάλλοι», είτε «Έλληνες», είτε «Τούρκοι».
Κορνήλιος Καστοριάδης, Το επαναστατικό πρόβλημα σήμερα

Κυριακή 4 Σεπτεμβρίου 2011

Αυτονόητες απαντήσεις στις αυτονόητες απαντήσεις

Του Θάνου Ανδρίτσου*

Αυτονόητες απαντήσεις στις αυτονόητες απαντήσεις. (Σκέψεις απέναντι στο άρθρο του Ι. Πρετεντέρη στα Νέα, την Τετάρτη 31 Αυγούστου)

Έτυχε και εγώ, να διαβάσω το τελευταίο κείμενοτου Ι. Πρετεντέρη. Έφτασα σε αυτό μέσα από τις οργισμένες αναδημοσιεύσεις που αρκετοί γνωστοί μου έκαναν στο internet. Διαβάζοντας το, όλων των ειδών τα συναισθήματα με διέτρεξαν, μέχρι που κατέληξα στην γνώριμη αδιαφορία για τον ίδιο, τη δημοσιογραφία που επιτελεί και τα επιχειρηματικά συμφέροντα που εκφράζει. Ωστόσο αμέσως μετά σκέφτηκα να γράψω μια απάντηση. Όχι για να τη διαβάσει ο ίδιος, ούτε βέβαια διότι κατέχω τα μέσα ώστε η άποψή μου να φτάσει στα αυτιά του κόσμου που απευθύνονται τα κυρίαρχα ΜΜΕ. Αλλά γιατί, έστω και αν το κάνω μόνο για μένα, η λάσπη πρέπει κάποια στιγμή να απαντιέται, πρέπει να έχουμε την πίστη ότι μπορούμε και επιβάλλεται να απαντάμε σε αυτή τη θλιβερή συμμορία μικρών γκεμπελίσκων που αποτελούν τη δημοσιογραφική στρατιά της κυβέρνησης, του μνημονίου και του κεφαλαίου. Δεν αρκεί πια μόνο η οργή και τα συνθήματα που φωνάζουμε εναντίον τους στις πορείες. Μπορούμε με λόγια και με πράξεις να ανατρέψουμε την επιρροή που έχουν στις συνειδήσεις ενός κομματιού της κοινωνίας, που βέβαια είναι σήμερα μικρότερη από ποτέ.

Τι λέει λοιπόν το κείμενο αυτό; Εκφράζει κάποια βαθιά ανάλυση ή πρόταση που να δικαιολογεί τους παχυλούς μισθούς του; Μάλλον σαν μια βαρετή επανάληψη της βασικής γραμμής του υπουργείου ενάντια στις κινητοποιήσεις στην εκπαίδευση εδώ και χρόνια φαίνεται. Με ένα ενδιαφέρον όμως στοιχείο. Την κεντρικότητα που προσδίδει στους φοιτητές, όχι βέβαια σε αυτούς τους «φοιτητοπατέρες», «τους αριστερούς», «τους επαγγελματίες συνδικαλιστές» αλλά  στη υποτιθέμενη μεγάλη μάζα των «καλών φοιτητών» που θέλουν να σπουδάσουν και καμία σχέση δε θέλουν να έχουν με τις κινητοποιήσεις αυτές.

Αναρωτιέται: «Αν οι Σύγκλητοι, οι πρυτάνεις και οι λοιποί πανεπιστημιακοί αναστατώσουν ή αναβάλουν ή παρεμποδίσουν τις εξεταστικές περιόδους στα πανεπιστήμια, ποιον ακριβώς τιμωρούν; Τον Παπανδρέου; Τη Διαμαντοπούλου; Την τρόικα; Τον καπιταλισμό; Ή μήπως τους συνεπείς φοιτητές που έχουν κοπιάσει γι’ αυτές τις εξεταστικές περιόδους; … Αν οι Σύγκλητοι, οι πρυτάνεις και οι λοιποί πανεπιστημιακοί σε συνεργασία με τα διάφορα ακροαριστερά γκρουπούσκουλα και παρατάξεις κλείσουν τα πανεπιστήμια, ποιος θα ζημιωθεί; Η κυβέρνηση; Η Ευρωπαϊκή Ένωση; Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο; Ή μήπως τα παιδιά που σκοτώθηκαν να μπουν στα πανεπιστήμια, οι οικογένειές τους που ξοδεύουν και όσοι φοιτητές πασχίζουν να γίνουν καλοί επιστήμονες και επαγγελματίες;».

Ωραία ερωτήματα και πασιφανής η ύστατη επιλογή να παρουσιάσει τις κινητοποιήσεις ως μια συμφωνία των πρυτάνεων με τις παρατάξεις ώστε να μη χάσουν τα προνόμια που θεωρητικά χτυπάει ο νόμος της Διαμαντοπούλου. Μήπως όμως οι ερωτήσεις έπρεπε να είναι διαφορετικές; Αν οι φοιτητές δεν αντισταθούν, αν όλα όσα περιγράφει αυτός ο καταστροφικός νόμος περάσουν, αν οι σχολές μετατραπούν σε Α.Ε., αν τα πτυχία γίνουν κουρελόχαρτα πολλών βαθμίδων που δεν εγγυώνται τίποτα, αν μπουν δίδακτρα, καταργηθεί το άσυλο και η ακαδημαϊκή ελευθερία, αν επιβληθεί ένα αυταρχικό- αντιδημοκρατικό μοντέλο λειτουργίας και σπουδών ποιος θα κερδίσει; Οι φοιτητές, τα παιδιά των φτωχών οικογενειών, οι σημερινοί και μελλοντικοί εργαζόμενοι που θα πεταχτούν έξω από την εκπαίδευση, που θα χάσουν ακόμα και τα σημερινά λιγοστά συλλογικά κεκτημένα τους, ή οι επιχειρηματίες που χρόνια τώρα εποφθαλμιούν να βάλουν το χέρι τους στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και οι κυβερνήσεις που θέλουν να τελειώνουν με τη διαρκή εστία αμφισβήτησης που είναι το φοιτητικό κίνημα; Ή επιτέλους ας απαντηθεί το βασικό ερώτημα: Ποιοι ευθύνονται για την κατάσταση που βρίσκεται η χώρα σήμερα, για την πείνα και τη φτώχεια που κατακλύζει την κοινωνία, για το ξεπούλημα των πάντων, μεταξύ αυτών και της εκπαίδευσης; Μήπως οι μαλλιάδες και τεμπέληδες φοιτητές, μήπως οι πρυτανικές αρχές, μήπως οι μικροπωλητές στο Σύνταγμα, μήπως οι ακροαριστεροί; Ή μήπως τα λαμόγια της αγοράς, οι απατεώνες των τραπεζών, οι άθλιοι αντιδραστικοί πολιτικοί, το ίδιο το σύστημα τελικά; Όλοι αυτοί που τώρα υμνεί ο κ. Πρετεντέρης και το υπουργείο Τύπου της κυβέρνησης στο οποίο δουλεύει, όλοι αυτοί που τώρα θα φέρουν την αλλαγή στα πανεπιστήμια.

Όμως το θέμα είναι πιο βαθύ. Συνεχίζει παρακάτω: «Όλη αυτή η αναίτια αναταραχή προκύπτει από μια βασική παρανόηση: ότι τα πανεπιστήμια υπάρχουν για τους πανεπιστημιακούς, τους πρυτάνεις, τις Συγκλήτους, τις παρατάξεις, τις εκλογές, τους διορισμούς, τα νταραβέρια συνδικαλιστών και συνδικαλιζόμενων. Ε, λοιπόν, όχι. Τα πανεπιστήμια σε ολόκληρο τον κόσμο υπάρχουν για τους φοιτητές. Υπάρχουν για να διδάσκουν, να εκπαιδεύουν και να διαμορφώνουν τους νέους ανθρώπους. Αυτοί είναι οι πρωταγωνιστές.» Εδώ φαίνεται με καλύτερο τρόπο η επίσημη γραμμή προπαγάνδας.
Είναι αλήθεια ότι ο μόνος τρόπος για να στρέψει την κοινή γνώμη υπέρ των αλλαγών είναι ότι απέναντι τους στρέφεται μονάχα μια μειοψηφία βολεμένων στο πανεπιστήμιο που φοβούνται μήπως χάσουν τα προνόμια τους. Βεβαίως και η κοινωνία μισεί αυτούς και τα αλισβερίσια τους. Ποιους όμως έχει στο μυαλό της; Τους κομματικούς στρατούς των κυβερνητικών παρατάξεων, τους εγκάθετους καθηγητές- εκπροσώπους της κυβέρνησης και των επιχειρήσεων, τους προέδρους της ΠΑΣΠ, της ΔΑΠ, τους εκπροσώπους τους στην ΕΦΕΕ, ποιους δηλαδή; Το σύνολο των υπουργών, βουλευτών, γραμματέων στα υπουργεία, δημοσιογράφων, επιστημονικών συμβούλων κ.α., όλο δηλαδή τον αστικό θίασο που σε αγαστή συνεργασία ψήφισε αυτό το νομοσχέδιο. Το μόνο κακό είναι ότι αυτοί δεν είναι και δεν ήταν ποτέ το φοιτητικό κίνημα. Αποτελούσαν σαφώς κομμάτι του μηχανισμού των πανεπιστημίων ή και του φοιτητικού συνδικαλισμού, αλλά το φοιτητικό κίνημα απέχει πολύ από αυτά. Το φοιτητικό κίνημα είναι κίνημα, είναι εξ ορισμού μαζικό, πλειοψηφικό βγαλμένο από μαζικές δημοκρατικές διαδικασίες, σπλάχνο των πιο σημαντικών και ηρωικών στιγμών του ελληνικού λαού. Επομένως καλά θα κάνει ο κ. Πρετεντέρης να περάσει μια βόλτα από τις σχολές (μεταμφιεσμένος ίσως γιατί ακόμα και χωρίς άσυλο οι λακέδες του συστήματος πάντα είναι καλύτερα μέσα στις περίφραχτες επαύλεις του) και να δει τις γενικές συνελεύσεις, τα ασφυκτικά γεμάτα αμφιθέατρα που ψηφίζουν με συντριπτικές πλειοψηφίες καταλήψεις. Οι φοιτητές δεν είναι ένα ασπόνδυλο σώμα, ένα άθροισμα ατομικοτήτων, έχουν ακόμα διαφυλάξει τη συλλογικότητα και τις δομές που μπορεί να εκφραστεί. Έτσι η «φωνή» των φοιτητών δε βγαίνει από δημοσκοπήσεις, στημένα ντοκιμαντέρ ή ψευδή δημοσιεύματα, αλλά από τα συλλογικά τους όργανα και μάλιστα το πιο δημοκρατικό από όλα, τη Γενική Συνέλευση.

Όμως ο κ. Πρετεντέρης δεν είναι αδιάβαστος μόνο σε αυτό. Μιλάει για τα πανεπιστήμια σε όλο τον κόσμο ξεχνώντας το βασικό: Ότι σε όλο τον κόσμο, αυτό το μοντέλο εκπαίδευσης που σήμερα εφαρμόζεται στην Ελλάδα, το μοντέλο της Μπολόνια, του ΔΝΤ, του ΟΟΣΑ είναι πλήρως αποτυχημένο. Έχει οδηγήσει στο πέταγμα έξω από την εκπαίδευση τεράστια κομμάτια της κοινωνίας, έχει κάνει ολόκληρες γενιές φοιτητών χρεωμένες για μια ζωή για να σπουδάσουν και κυρίως έχει πυροδοτήσει ένα πρωτοφανές κύμα αγώνων από την Αγγλία και την Ευρώπη, μέχρι την εξέγερση στη Χιλή εναντίον του. Μπράβο λοιπόν στον κ. Πρετεντέρη, έβαλε ένα ακόμα βέλος στη φαρέτρα του κινήματος, τον πραγματικό διεθνισμό που δεν είναι των διεθνών συμφωνιών ή των οργανισμών εκμετάλλευσης αλλά του αγωνιζόμενου λαού.

Φτάνοντας στο τέλος του κειμένου του αποφασίζει να γίνει πιο σαφής: «Όταν, λοιπόν, μιλάμε για πανεπιστήμια το ζητούμενο είναι τι ωφελεί την εκπαιδευτική διαδικασία και τι συμβάλλει στην παραγωγή αξιόπιστων επιστημόνων και επαγγελματιών. Το ζητούμενο δεν είναι τι βολεύει τους πανεπιστημιακούς, ούτε τι γουστάρουν οι ακροαριστερές παρατάξεις ούτε τι πρεσβεύει για την κοινωνική ανατροπή η όποια νεαντερτάλιος Αριστερά. Κι όταν μιλάμε για σύστημα διοίκησης των πανεπιστημίων, το ζητούμενο είναι ένα: πώς θα διοικούνται τα πανεπιστήμια πιο ορθολογικά, πιο αποτελεσματικά και πιο αξιοκρατικά. Για έναν πολύ απλό λόγο: για να παραγάγουν όχι οπαδούς του ΑΝΤΑΡΣΥΑ αλλά ανθρώπους που πιστεύουν στην αξιοκρατία, στην αποτελεσματικότητα και στον ορθό λόγο». Να λοιπόν η κατακλείδα, να οι υπαίτιοι. Είναι οι ακροαριστεροί, οι ΕΑΑΚιτες, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Είναι αλήθεια ότι μιας και είμαι και εγώ ένας από αυτούς, θα μπορούσα να μην πω τίποτα γιατί μάλλον μόνο καλό κάνει η επίθεση από τον εχθρό σου. Η κοινή γραμμή Πρετεντέρη, Άδωνη (των μαλλιάδων, άπλυτων νεάτερνταλ) δεν επιτίθεται μόνο στην πολιτική θέση της αριστεράς, αλλά απευθύνεται στο θυμικό, θέλει να πείσει ότι αυτοί είναι κάτι μιάσματα της κοινωνίας, απόβλητα που πρέπει να παταχτούν. Από μια έννοια είναι πολύ αστείο πόσο ολόιδια είναι  η γραμμή που ακολουθούν ιστορικά. Σε ένα κείμενό του ο Δ. Γληνός το 1928 έγραφε για τη συζήτηση που γινόταν για το πρόβλημα της Παιδείας: (ολόκληρο εδώ) «Ο καθένας, όπου μισεί, εκεί και λαλεί και καταλαλεί. Φταίει ο Βενιζέλος, φταίει το Πανεπιστήμιο, φταίνε οι καθηγητές της Μέσης Παιδείας, φταίνε οι δημοδιδάσκαλοι, φταίνε οι ελληνοδιδάσκαλοι, φταίει ο πόλεμος, φταίνε τα θρανία, φταίνε οι μιστοί, φταίει το Κράτος, μα προ πάντων φταίνε οι μαλιαροί, οι κομουνιστές, οι άθεοι. Ποιοι άλλοι;» Όμως δυστυχώς για αυτούς, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και η ΕΑΑΚ, δεν αποτελείται από Βίκινγκς, ούτε από νίντζα αλλά από απλούς ανθρώπους που είναι δίπλα στη σχολή, στο χώρο δουλειάς, στη γειτονία. Είναι οι άνθρωποι αυτοί που μοχθούν όπως οι άλλοι, που πιστεύουν ότι μπορεί να υπάρχει και ένας άλλος δρόμος έξω από τη βαρβαρότητα του καπιταλισμού, και ίσως γίνουν και νίντζα για να το κατακτήσουν. Όμως το πρόβλημα τους το πιο μεγάλο δεν είναι το τι ακριβώς είναι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αλλά η αυταπάτη τους ότι η μάχη στα πανεπιστήμια και σε όλη την κοινωνία είναι μάχη εκπορευόμενη απλά από κάποιες δυνάμεις. Πόσο πολύ θα εκπλαγούν ότι θα δουν ότι ο αγώνας βρίσκεται ριζωμένος βαθιά στη ψυχή εκατοντάδων χιλιάδων νέων και δεν πρόκειται να τον αφήσουν εύκολα.

Παραμένει βέβαια αισιόδοξος στο τέλος του κειμένου του: «Την αναταραχή, βεβαίως, δεν θα τη γλιτώσουμε – για την ακρίβεια: δεν θα τη γλιτώσουν οι δυστυχείς φοιτητές… Ούτως ή άλλως, τα πιο αναχρονιστικά στοιχεία της ελληνικής κοινωνίας έχουν εδώ και χρόνια μετατρέψει τα πανεπιστήμια σε προνομιακό χώρο επιρροής τους. Δεν θα παραιτηθούν αμαχητί από το βιλαέτι τους. Έχω την αίσθηση, όμως, ότι αυτή τη φορά θα δώσουν μια μάχη οπισθοφυλακής, καταδικασμένη εκ των προτέρων. Όχι μόνο επειδή συσπειρώνουν απέναντί τους τη συντριπτική πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας. Αλλά κυρίως επειδή οι νησίδες υστέρησης και καθυστέρησης που συγκροτούν δεν μπορούν να αντέξουν στον καθαρό αέρα». Δεν θα εξετάσω εδώ το μέλλον του κινήματος που ελπίζω ότι θα είναι μακρύ αλλά μόνο τη συμβουλή που δίνει σε εμάς ο κ. Πρετεντέρης. Ποια είναι; Ότι το θέμα περισσότερο από ποτέ θα κριθεί στην πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας. Για αυτή θα δώσουμε τη μάχη, για να μπορούν τα παιδιά της να σπουδάζουν και να ζουν με αξιοπρέπεια. Μαζί με αυτή θα δώσουμε τη μάχη, για να ανατρέψουμε την πολιτική που μας διαλύει. Να λοιπόν το στοίχημα: Πως όλοι μαζί, εργαζόμενοι και νεολαία θα μπούμε μπροστά, και αν αυτό το θεωρεί ο κ. Πρετεντέρης υστέρηση και καθυστέρηση, έχει καλώς. Εγώ το θεωρώ πρόοδο και ελπίδα.

«Δεν τους τελειώνει ένας νόμος. Τους τελειώνει η ζωή». Έτσι κλείνει το άρθρο του ο κ. Πρετεντέρης. Έτσι θα κλείσω και εγώ. Δεν αγωνιζόμαστε για ένα νόμο. Αγωνιζόμαστε για τη ζωή.

Είπα ψέματα. Θα κλείσω πάλι με μερικές φράσεις του Δ. Γληνού, τόσο επίκαιρες σήμερα (ολόκληροεδώ): «Μ’ ερωτάτε να σας πω κι εγώ, ποιοι δρόμοι ανοίγονται μπροστά σας και φυσικά ποιον από όλους να ακολουθήσετε… Ν’ ακολουθήσετε τη φωνή της συνείδησής σας, γιατί μέσα σε αυτή θα μιλάει και κάτι πλατύτερο από το άτομο σας, η κοινωνική και ταξική συνείδηση, που ζει χωρίς άλλο μέσα σας. Οι δρόμοι που ανοίγονται σήμερα μπροστά σας, δεν είναι πολλοί, είναι δύο. Είτε το θελήσετε να τους αναγνωρίσετε είτε όχι, είτε προσπαθήσουν να σας τους κρύψουν μέσα στην ομίχλη ιδεαλιστικών σοφισμάτων, οι δρόμοι, που ανοίγονται μπροστά σας, είναι και μένουνε δυο: ή θα πάτε με το μέρος της συντήρησης και της αντίδρασης, ή θα πάτε με το μέρος της επανάστασης… Αλήθεια! Σκεφτείτε λιγάκι. Από πού έρχεστε εσείς, παιδιά μου; Από ποια κοινωνικά στρωματά; Πού ανήκετε; Το μεγαλύτερο πλήθος από σας είναι φτωχά παιδιά. Η αστική τάξη βεβαία υψώνει μπροστά στα ματιά όλων σας το τίμημα της προδοσίας: θέσεις κρατικές, πελατεία, αξιώματα, τίτλους, για να γίνετε οι πνευματικοί στυλοβάτες της. Ένα τραγικό παιδομάζωμα! Έτσι και οι γενίτσαροι γίνονταν οι πιο φανατικοί διώκτες των χριστιανών, όπως τα παιδιά των φτωχών, που σπουδάζουν στα πανεπιστήμια και αλλάζουν κοινωνική κατάσταση, γίνονται οι πιο φανατικοί αντιδραστικοί. Αν όμως ακούσετε τι σας λέει κατάβαθα το αίμα σας, δε θα αλλαξοπιστήσετε, δεν θα προδώσετε την τάξη σας. Θα πάτε με το μέρος των φτωχών και θα αγωνιστείτε κι εσείς για να θεμελιώσετε τη νέα ζωή. Και τότε θα βαδίσετε με βήμα ακλόνητο στο μόνο δρόμο, που αληθινά ανοίγεται μπροστά σας.»

* Θάνος Ανδρίτσος- Χθες φοιτητής, σήμερα μεταπτυχιακός φοιτητής και εργαζόμενος, για πάντα στο πλευρό της κοινωνικής ανατροπής


Επιστρέφει η δουλεία

Του Δημήτρη Καζάκη, Οικονομολόγου – Αναλυτή

Τέσσερα χρόνια μετά το ξέσπασμα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, και τώρα βρισκόμαστε μπροστά στο άμεσο ενδεχόμενο ενός νέου, ακόμη πιο καταστροφικού κραχ.

● Τέσσερα χρόνια μετά, και το κύριο καταστροφικό δυναμικό της κρίσης δεν έχει ακόμη εκδηλωθεί, ούτε έχει εκτονωθεί.

● Τέσσερα χρόνια μετά, και η κοινωνία αντιμετωπίζει ίσως τη χειρότερη κρίση που έχει βιώσει ποτέ. Κι αυτό διότι, μπορεί έως τώρα να μην είχαμε επίσημες πτωχεύσεις κρατών, αλλά οι συνθήκες κοινωνικής πτώχευσης και δυστυχίας που κυριαρχούν – πλέον, ακόμη και στις πιο ανεπτυγμένες οικονομίες –, είναι κυριολεκτικά πρωτοφανείς.

Τα 45 εκατ. φτάνει ο αριθμός στις ΗΠΑ όσων δεν πεθαίνουν της πείνας χάρη στα κρατικά κουπόνια διατροφής. Το 50% αυτού του αριθμού είναι παιδιά και 20% υπερήλικοι χωρίς στον ήλιο μοίρα. Ο αριθμός αυτός αναμένεται να διπλασιαστεί τα επόμενα χρόνια, με ή χωρίς «ανάπτυξη». Είναι αυτό που οι οικονομικοί αναλυτές ονομάζουν «jobless recovery», δηλαδή «ανάκαμψη χωρίς δουλειές». Όχι, όμως, μόνο χωρίς δουλειές, αλλά και χωρίς απολαβές, χωρίς εγγυήσεις έναντι της εξαθλίωσης, χωρίς ούτε εικονική άνοδο του βιοτικού επιπέδου για την συντριπτική πλειονότητα των εργαζομένων.

Στην Ευρώπη, σύμφωνα με εκτιμήσεις του ειδικού παρατηρητηρίου του ΟΗΕ, ο αριθμός όσων ζουν από συσσίτια και παροχές φιλανθρωπίας υπερβαίνει τα 63 εκατ. Ανάμεσα στις πρωτεύουσες με το πιο έντονο πρόβλημα είναι το Λονδίνο, το Παρίσι, η Μαδρίτη και το Βερολίνο.

Την ίδια ώρα, οι εργαζόμενοι έχασαν μέσα στα τελευταία χρόνια ό,τι είχαν κερδίσει από τα τέλη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Εργατικά δικαιώματα, κατοχυρώσεις απέναντι στην αυθαιρεσία της αγοράς και του εργοδότη, κοινωνική ασφάλιση κ.ο.κ. Όχι μόνο οι «κοπρίτες» εργαζόμενοι της «διεφθαρμένης» Ελλάδας, αλλά το σύνολο των εργαζομένων στην Ευρώπη.

Επισήμως σκλάβοι

Η ανεργία καλπάζει. Οι εργατικές αμοιβές έχουν αποσπαστεί πια από τις ανάγκες διαβίωσης και αυτό που οι Αγγλοσάξονες αποκαλούσαν “breadwinner wage”, δηλαδή μισθός που εξασφαλίζει το ψωμί της οικογένειας: μια κατάκτηση των εργατικών αγώνων από τις αρχές του 19ου αιώνα αποτελεί σήμερα όνειρο απατηλό για τουλάχιστον τα δύο τρίτα των Ευρωπαίων εργαζομένων. Στην ευρωζώνη, πάνω από το ένα τέταρτο του εργατικού δυναμικού αμείβεται με μισθούς κάτω των 500 ευρώ, ενώ πάνω στο έδαφός της ευδοκιμεί ένα ακόμη φαινόμενο από τα παλιά: το δουλεμπόριο.

Σύμφωνα με τον ΔΟΕ, κυρίως στις χώρες της ευρωζώνης, πάνω από 12,5 εκατ. άνθρωποι βρίσκονται επίσημα υπό καθεστώς δουλείας, μέσα από κυκλώματα δουλεμπόρων που τους φέρνουν κυρίως από χώρες της Ασίας και της Αφρικής, αλλά και της ανατολικής Ευρώπης. «Καραβιές» ολόκληρες έρχονται μεθοδευμένα στις χώρες της Ε.Ε. και της ευρωζώνης, για να χρησιμοποιηθούν σαν δουλική εργασία.

Ο «Τρίτος Κόσμος» μετακόμισε πια οριστικά στην καρδιά του «Πρώτου Κόσμου» με όρους απάνθρωπης εκμετάλλευσης και μαζικής εξαθλίωσης σε πρωτοφανή επίπεδα, ειδικά για τις κοινωνίες της ανεπτυγμένης Ευρώπης και φυσικά των ΗΠΑ.

«Ο Μαρξ είχε δίκιο»!

Η κατάσταση είναι τέτοια, που ανάγκασε ακόμη και τον Νουριέλ Ρουμπίνι να παρατηρήσει πρόσφατα σε μια ζωντανή συνέντευξή του στην τηλεόραση της «Wall Street Journal» (11.8) τα εξής:

WSJ: «Μας περιγράψατε μια σκοτεινή εικόνα για την αναιμική οικονομική επέκταση που συντελείται, με έναν αυξανόμενο κίνδυνο μιας νέας ύφεσης στο άμεσο μέλλον. Αυτό ακούγεται πολύ άσχημο. Τι μπορεί να κάνει μια κυβέρνηση και τι οι επιχειρήσεις, ώστε να βάλουν μπρος την οικονομία; Ή απλώς πρέπει να περιμένουν να δουν τι θα συμβεί;».

Ρουμπινί: «Οι επιχειρήσεις δεν κάνουν απολύτως τίποτε. Στην πραγματικότητα δεν βοηθούν. Όλος αυτός ο κίνδυνος τις έκανε πιο νευρικές... Υποστηρίζουν ότι προχωρούν σε περικοπές επειδή υπάρχει υπερβολική προσφορά, και δεν προσλαμβάνουν εργάτες επειδή δεν υπάρχει αρκετή τελική ζήτηση. Ωστόσο, εδώ υπάρχει ένα παράδοξο... Αν δεν προσλαμβάνεις εργάτες, δεν υπάρχει και αρκετό εργατικό εισόδημα, καταναλωτική εμπιστοσύνη, κατανάλωση, ούτε αρκετή τελική ζήτηση.

Στην πραγματικότητα, τα τελευταία δύο με τρία χρόνια είχαμε μια επιδείνωση, διότι υπήρξε μια ογκώδης ανακατανομή εισοδήματος από την εργασία προς το κεφάλαιο, από τους μισθούς προς τα κέρδη, ενώ η ανισότητα των εισοδημάτων έχει αυξηθεί... Έτσι, η ανακατανομή του εισοδήματος και του πλούτου κάνει το πρόβλημα της ανεπαρκούς ζήτησης ακόμη χειρότερο. Ο Καρλ Μαρξ το είχε αντιληφθεί σωστά.

Σε κάποιο σημείο, ο καπιταλισμός μπορεί να αυτοκαταστραφεί. Δεν μπορείς να αποσπάς εισόδημα από την εργασία στο Κεφάλαιο, χωρίς να έχεις υπερβάλλουσα προσφορά και έλλειμμα γενικής ζήτησης. Αυτό είναι που έχει συμβεί. Νομίζαμε ότι οι αγορές λειτουργούν. Δεν λειτουργούν. Το άτομο μπορεί να είναι ορθολογικό. Η εταιρεία, προκειμένου να επιβιώσει και να ευημερήσει, μπορεί να σπρώχνει τα εργατικά κόστη όλο και πιο χαμηλά. Ωστόσο, τα εργατικά κόστη είναι κάποιου άλλου το εισόδημα και η κατανάλωση. Γι’ αυτό είναι μια αυτοκαταστροφική διαδικασία».
 
Τερατογένεση


Τον Νουριέλ Ρουμπινί δεν μπορεί κανείς να τον κατηγορήσει ως οπαδό του Μαρξ. Αντίθετα, αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της σημερινής κυρίαρχης οικονομικής σκέψης, που έχει αποβάλει παντελώς την κοινωνική οπτική από την προβληματική της.

Γι’ αυτήν, η οικονομία είναι ένα σύστημα δεικτών και λογιστικών μεγεθών, όπου απλά πρέπει να βρεθεί ο κατάλληλος τρόπος διαχείρισής τους. Δεν την ενδιαφέρει καθόλου αν αυτά τα μεγέθη απηχούν κοινωνικές καταστάσεις, αντιθέσεις, σχέσεις εκμετάλλευσης και εξουσίας. Δεν την απασχολεί αν οι δείκτες καθορίζουν ανθρώπινες ζωές, αν συνεπάγονται δυστυχία και κοινωνική απαξίωση. Έλα όμως που οι δραστικές πολιτικές λιτότητας και των περικοπών αναγκάζουν σήμερα ακόμη και τους εκπροσώπους αυτής της πιο χυδαίας εκδοχής – απ’ όλες όσες γνώρισε στην ιστορική πορεία η οικονομική σκέψη – να παραδεχτούν δειλά δειλά ότι η συντριβή της εργαζόμενης κοινωνίας έχει σπρώξει προς μια «αυτοκαταστροφική διαδικασία» την παγκόσμια οικονομία.

Το «μοντέλο ανάπτυξης» της παγκόσμιας οικονομίας, που υπήρχε πριν από την πρόσφατη παγκόσμια κρίση, βασιζόταν στη δυνατότητα μιας χούφτας τεράστιων επιχειρηματικών κολοσσών με οικονομική επιφάνεια πολύ μεγαλύτερη από τα περισσότερα κράτη, να επιβάλουν έναν διεθνή καταμερισμό εργασίας όπου, στις χώρες του «Τρίτου Κόσμου», παρήγαν με εξαιρετικά χαμηλά κόστη το μεγαλύτερο μέρος των προϊόντων και υπηρεσιών, οι οποίες πήγαιναν προς κατανάλωση στον ανεπτυγμένο «Πρώτο Κόσμο».

Όσο οι ανεπτυγμένες αγορές εξασφάλιζαν την τελική ζήτηση γι’ αυτά τα προϊόντα και τις υπηρεσίες, τόσο λειτουργούσε το όλο κύκλωμα χωρίς σοβαρές εμπλοκές από τη μαζική δυστυχία και υποβάθμιση που συνεπαγόταν για την εργαζόμενη κοινωνία των χωρών παραγωγής.

Για να στήσουν το κύκλωμά τους στην παγκόσμια οικονομία, οι υπερεθνικοί αυτοί γίγαντες απαιτούσαν όχι μόνο την κατάργηση των συνόρων και των εθνικών ρυθμίσεων, των εθνικών νομοθεσιών κ.ο.κ., αλλά και διαθέσιμα κεφάλαια που καμία εθνική οικονομία από μόνη της δεν μπορούσε να τους εξασφαλίσει – ούτε καν οι ΗΠΑ. Έτσι επήλθε μια τερατογένεση. Δημιουργήθηκαν οι κεφαλαιαγορές που γνωρίζουμε σήμερα σε διεθνές επίπεδο, ικανές να συγκεντρώνουν χρηματικά κεφάλαια 20 φορές μεγαλύτερα από το παγκόσμιο ΑΕΠ.

Οι τράπεζες πολύ γρήγορα μετατράπηκαν σε κυρίαρχη έκφραση αυτής της διαδικασίας, και η ανάγκη παραγωγής μιας τέτοιας πληθώρας κεφαλαίου γέννησε μια απίστευτων διαστάσεων κερδοσκοπία, με κάθε είδους πιστωτικό προϊόν και δάνεια σε διεθνές επίπεδο. Έτσι φτάσαμε στην παγκόσμια κρίση, που ξέσπασε τον Αύγουστο του 2007 και συνεχίζεται μέχρι σήμερα.
 
Κοινωνική γενοκτονία


Πώς αντιμετώπισαν την κρίση αυτή οι κυβερνήσεις; Πρώτα και κύρια, στράφηκαν σε μια πρωτοφανών διαστάσεων προσπάθεια διάσωσης των ισολογισμών των τραπεζών. Πάνω από 16 τρισ. δολ. «ζεστό χρήμα» διοχέτευσε η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ τα δύο τελευταία χρόνια, προκείμενου να βελτιωθεί τεχνητά η εικόνα των τραπεζών. Μόνο στις μεγάλες αμερικανικές τράπεζες (Bank of America, Citi, Goldman Sachs, JP Morgan κ.ο.κ.), η Fed διοχέτευσε 1,2 τρισ. δολ., περίπου το ποσό που οι ιδιοκτήτες κατοικιών στις ΗΠΑ οφείλουν στη βάση των 6,5 εκατ. ενυπόθηκων δανείων που δεν μπορούν να εξυπηρετηθούν (Bloomberg, 22.8).

Η τακτική αυτή ακολουθήθηκε και στην Ε.Ε., όπου τα κράτη και το Δημόσιο φορτώθηκαν τα χρέη και τα ελλείμματα της τραπεζικής αγοράς. Τα χρέη, ιδιωτικά και δημόσια, που μέχρι τότε θεωρούνταν ελέγξιμα και πηγή όχι μόνο σημαντικών κερδών για τις τράπεζες, αλλά και βασικός μοχλός επέκτασης της καταναλωτικής ζήτησης στις ανεπτυγμένες χώρες, άρχισαν να εκτινάσσονται.

Τι έκαναν οι κυβερνήσεις; Επέβαλλαν άγριες πολιτικές λιτότητας και περικοπών, με αποτέλεσμα να προκύψει μία από τις μεγαλύτερες ανακατανομές εισοδημάτων και πλούτου, που έχει συμβεί στις ανεπτυγμένες χώρες από την εποχή της Βιομηχανικής Επανάστασης. Η Ελλάδα υπήρξε το πιο πρόσφορο και εύκολο πειραματόζωο αυτής της συνταγής. Αποτέλεσμα; Η γενίκευση της δυστυχίας σε τέτοιο βαθμό, ώστε πολλοί σήμερα – και δικαιολογημένα – μιλούν για κοινωνική γενοκτονία ακόμη και στις πιο πλούσιες χώρες. Κι αυτό επειδή τα μέτρα περιορισμού και λιτότητας που υιοθετούνται, χτυπούν με ιδιαίτερα ανελέητο τρόπο τις νέες γενιές: ανεργία και εξαθλίωση...

Ο πακτωλός ρευστού χρήματος εις βάρος της κοινωνίας εξασφάλισε μια εικονική βελτίωση των τραπεζικών, κυρίως οικονομικών, και της δυναμικής των κεφαλαιαγορών, με αποτέλεσμα μια εικονική άνοδο του ΑΕΠ τον περασμένο χρόνο. Χαράς ευαγγέλια για τους πληρωμένους καλαμαράδες της οικονομολογίας των κερδοσκόπων. Πέτυχαν το ακατόρθωτο. Να ανακάμψει η οικονομία χωρίς να ανακάμψει η τελική ζήτηση. Περιχαρείς, οι λακέδες της οικονομικής εξουσίας γέννησαν νέες θεωρίες: μπορεί να υπάρξει ανάπτυξη χωρίς να στηρίζεται στην τελική καταναλωτική δαπάνη, δηλαδή στην αγοραστική δύναμη του πληθυσμού. Αρκεί η κερδοσκοπία στις αγορές.

Οι ίδιοι που πήραν ακόμη και Νόμπελ Οικονομίας την προηγούμενη δεκαετία, «αποδεικνύοντας» ότι η κρίση δεν αποτελεί πλέον αντικείμενο της οικονομικής θεωρίας, ετοιμάστηκαν να διεκδικήσουν νέα Νόμπελ, «αποδεικνύοντας» ότι η αγορά και η οικονομία μπορούν να δουλέψουν άψογα και κυρίως «ορθολογικά», χωρίς να έχουν ανάγκη απ’ το αυξανόμενο εισόδημα του εργαζόμενου. Ζήτω! Νέες περίλαμπρες σελίδες ανοησίας και προστυχιάς γράφτηκαν με τη μορφή της οικονομικής φιλολογίας…
 
Πώς να σωθούν οι τράπεζες χωρίς... χρήμα;


Έλα, όμως, που η κρίση υποτροπίασε. Οι τράπεζες έχασαν μέσα σε τρεις εβδομάδες σχεδόν το σύνολο των εικονικών κερδών που είχαν εξασφαλίσει από το «τσάμπα» χρήμα των κυβερνήσεων. Ωστόσο, οι κεντρικές τράπεζες και οι κυβερνήσεις το βιολί τους... Οι τράπεζες της Ελλάδας, της Ιρλανδίας, της Πορτογαλίας, της Ισπανίας και της Ιταλίας κρατιούνται όπως - όπως στον αφρό με έκτακτα μέτρα και παρεμβάσεις της ΕΚΤ.

Οι πληροφορίες λένε ότι νέος πακτωλός δολαρίων από την Fed αναχαίτισε κάπως την πτώση των χρηματαγορών στις ΗΠΑ – και κυρίως την απαξίωση των τραπεζικών μετοχών. «Δεν κοιμάμαι τις νύχτες», δήλωσε ο Τσαρλς Βίπλοζ, διευθυντής του Διεθνούς Κέντρου για Χρηματικές και Τραπεζικές Μελέτες, που εδρεύει στην Γενεύη και χρηματοδοτείται από την κεντρική τράπεζα της Ελβετίας και μια σειρά άλλες τράπεζες. «Μπήκαμε σε μια νέα φάση της κρίσης» (Bloomberg, 23.8).

«Υπάρχουν αρκετά χρήματα στη Γη για να σωθούν οι τράπεζες;», αναρωτιόταν πρόσφατα ο Τζόναθαν Βέιλ, σχολιαστής της Bloomberg (11.8). Και δεν έχει άδικο. Ο νέος γύρος πριμοδότησης των τραπεζών φαίνεται ότι θα φέρει την παγκόσμια οικονομία, όχι μόνο πιο κοντά σε ένα νέο παγκόσμιο κραχ, αλλά και σε μια σειρά από αναπόφευκτες χρεοκοπίες κρατών. Με πρώτη υποψήφια φυσικά την Ελλάδα…
 
«Πρακτικά αφερέγγυοι»


Ο Νουριέλ Ρουμπινί είχε σημειώσει τον Ιανουάριο του 2009 ότι ολόκληρο το τραπεζικό σύστημα των ΗΠΑ ήταν «χρεοκοπημένο» και «πρακτικά αφερέγγυο»: «Βρήκα ότι οι πιστωτικές απώλειες μπορούν να φτάσουν στο ύψος των 3,6 τρισ. δολ. για τα ιδρύματα των ΗΠΑ, τα μισά εκ των οποίων είναι τράπεζες και διαμεσολαβητές», έλεγε τότε ο Ρουμπινί.

«Αν αυτό είναι αλήθεια, τότε αυτό σημαίνει ότι ολόκληρο το τραπεζικό σύστημα των ΗΠΑ είναι πρακτικά αφερέγγυο, γιατί ξεκινά με ένα κεφάλαιο της τάξης των 1,4 τρισ. δολ. Τα προβλήματα του Citi, της Bank of America και των άλλων υποδηλώνουν ότι το σύστημα είναι χρεοκοπημένο», κατέληγε ο Ρουμπινί. «Στην Ευρώπη συμβαίνει το ίδιο πράγμα».

Βελτιώθηκε η κατάσταση που περιέγραφε τότε; Ούτε κατά διάνοια. Αντίθετα, χειροτέρεψε. Το αμερικανικό τραπεζικό σύστημα κατέγραψε απώλειες που υπερβαίνουν τα 5 τρισ. δολ., ενώ το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα έχει πάνω από 17 τρισ. δολ. «τοξικά χαρτιά» στο ενεργητικό του, καθώς και κεφάλαιο που κινείται γύρω στα 2 - 3 τρισ. δολ.

«Διαγραφή χρεών ή ύφεση δίχως τέλος»

Τα δεδομένα αυτά υποδηλώνουν ότι ολόκληρο το τραπεζικό σύστημα, και στις δυο όχθες του Ατλαντικού, είναι ανεπανόρθωτα χρεοκοπημένο και δεν μπορεί να διασωθεί, σε όσες ενέσεις ρευστότητας κι αν υποβληθεί. Ωστόσο, το σύστημα και το πολιτικό προσωπικό του είναι καταδικασμένα σε μια «σισύφεια προσπάθεια» να επαναλαμβάνουν διαρκώς τα ίδια και τα ίδια, με την ψευδαίσθηση ότι κάπως έτσι θα κατευνάσουν τους δαίμονες που τα ίδια έχουν απελευθερώσει. Έστω κι αν κάθε τέτοια προσπάθεια στοιχίζει σε απίστευτο βαθμό για την κοινωνία…

Μην στενοχωριέστε όμως. Το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα δεν πρόκειται να καταρρεύσει, όπως φοβάται ο Νουριέλ Ρουμπινί. Δεν πρόκειται να καταρρεύσει, ακόμη κι αν συνεχίσει ακάθεκτο στην ίδια αυτοκαταστροφική πορεία. Μπορεί να καταρρεύσουν χώρες, κράτη, τράπεζες, επιχειρήσεις και να πεινάσουν λαοί ολόκληροι – ακόμη και στον λεγόμενο ανεπτυγμένο κόσμο –, αλλά μη φοβάστε: το κυρίαρχο σύστημα δεν πρόκειται να καταρρεύσει. Έχει ανεξάντλητες εφεδρείες αναπαραγωγής, ακόμη και σε συνθήκες της πιο γενικευμένης βαρβαρότητας. Δεν μπορεί να καταρρεύσει από μόνο του, ακόμη κι αν το θελήσει. Μόνο οι λαοί μπορούν να επιφέρουν την κατάρρευση του κυρίαρχου συστήματος.

Ούτε είναι σωστή η άποψη ότι η κρίση αυτή είναι παροδική: ένα είδος οικονομικού κύκλου. Τόσο το πολιτικό προσωπικό όσο και οι διεθνείς μηχανισμοί παρέμβασης δεν διαθέτουν βιώσιμη στρατηγική διεξόδου που θα επιτρέψει στο κυρίαρχο παγκόσμιο σύστημα να ανασυγκροτηθεί και να βγει με κάποιον τρόπο από την υπάρχουσα κρίση. Αν διέθετε κάποια τέτοια στρατηγική, έστω υπό διαμόρφωση, δεν θα περιοριζόταν σε μέτρα πανικού και έκτακτες παρεμβάσεις, όπως κοπή χρήματος, αγορές ομολόγων και παροχή ρευστότητας από τις κεντρικές τράπεζες. Πώς είναι δυνατόν να θεωρεί κάποιος ότι μπορεί μια οικονομία να ανακάμψει με έκτακτα μέτρα και παρεμβάσεις;

Ώς το κόκαλο

Επιπλέον, η καθίζηση του λαϊκού εισοδήματος σε συνδυασμό με τις συνεχιζόμενες πολιτικές λιτότητας και περικοπών, που έχουν φτάσει το μαχαίρι στο «κόκαλο» για την εργαζόμενη κοινωνία ακόμη και των πιο ανεπτυγμένων οικονομιών της Δύσης, εξασφαλίζουν ότι ακόμη και η επέκταση της οικονομίας θα συνεχίσει να είναι εικονική και εξαιρετικά αναιμική.

Η κατάσταση είναι τέτοια, ώστε αναγκάζει ακόμη και ορισμένους καθ’ όλα αξιοσέβαστους καθηγητές Οικονομικής – οι οποίοι δεν έχουν κανένα λόγο να συμπαραταχθούν με όλους εμάς τους «γραφικούς» – να πουν: «Θα έχουμε μια διαρκή ύφεση χωρίς τέλος, αν δεν αρνηθούμε το χρέος...», όπως έγραφε πριν από έναν μήνα ο καθηγητής Στιβ Κιν για τις ΗΠΑ. Ενώ ο Νουριέλ Ρουμπινί έγραφε στην «Financial Times» (8.8): «Από τη στιγμή που αυτή είναι μια κρίση αφερεγγυότητας και ταυτόχρονα ρευστότητας, πρέπει να αρχίσει μια συντεταγμένη αναδιάρθρωση του χρέους. Αυτό σημαίνει μια απευθείας μεγάλη μείωση του ενυπόθηκου χρέους, για περίπου το 50% των Αμερικάνικων νοικοκυριών που πνίγονται...».

Όσο θα βαθαίνει η ύφεση πυροδοτώντας νέα κραχ τόσο περισσότερες φωνές θα μιλούν για «σβήσιμο» του χρέους, τουλάχιστον στο μεγαλύτερο μέρος του. Φωνές ακόμη κι από τα δώματα της εξουσίας. Μόνο που η αλήθεια είναι ότι η σημερινή δομή της οικονομίας, η κυριαρχία των κεφαλαιαγορών και το πολιτικό προσωπικό που της αντιστοιχεί διεθνώς, δεν είναι σε θέση να υλοποιήσουν κανένα τέτοιο αίτημα. Μόνο ο ίδιος ο λαός μπορεί να το κάνει, αν συνειδητοποιήσει ότι διαφορετικά δεν μπορεί να γλιτώσει από τον κοινωνικό κανιβαλισμό...

Δημοσιεύτηκε στο "Ποντίκι" 26/8/2011

Τρίτη 23 Αυγούστου 2011

Αναμονή...


προτιμώ να κλειστώ ανάμεσα στους τοίχους μου περιμένοντας
όχι, μην νομίζεις ότι 
είναι μια προσπάθειας πλήρης απομόνοσης απο όλα
αλλά η αγονία της αναμονής για τον έξω κόσμο


αλίμονο όμως, έχει τοση δύναμη
μπορεί να φυλακίσει ανθρώπους
συνειδήσεις
όνειρα
αβάσταχτες είναι οι αλύσίδες της
και αυτή η ελπίδα
σαν αρχηβασανιστής 
επιτείνει το μαρτύριο
δυστυχώς όμως, 
όσο ο νέος κόσμος είναι εν δυνάμει ανοιχτός
τότε η αναμονή θα παραμένει
πόσο μάλλον για κάποιον αργοπορημένο.








Κυριακή 17 Ιουλίου 2011

Στα χέρια των εργαζομένων του,κατάστημα της Applebee's



Οι συνεταιριστικές επιχειρίσεις αποτελούν μία πρόκληση για τους εργαζόμενος μέσα σε ένα περιβάλλον πλήρης οικονομικής βαρβαρότητας, οι δυσκολίες φυσικά είναι μεγάλες, μιας και απαιτείται η πλήρη χειραφέτηση και συνεργασία όλων των εργαζομένων και στο πεδίο την παραγωγής, αλλά κυρίως στο πεδίο της οργάνωσης και του σχεδιασμού. ωστόσο τέτιου είδους επιχειρήσεις έχουν πολύ αξιόλογα αποτέλεσμα, κάτι που αποτελεί ένα ενθαρρυντικό στοιχείο για κάθε άνθρωπο που προσπαθεί να αντισταθεί απέναντι στο καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και προσπαθεί να προβάλει πάνω από τον ανταγωνισμό των μονοπωλίων την αλληλοβοήθεια της αλληλέγγυας οικονομίας.
Τα παραδείγματα επιτυχημένων συνεταιριστικών επιχειρήσεων σε όλο τον κόσμο είναι πολλά, μερικές από αυτές έχουν τόσο μεγάλη επιτυχία που κατάφεραν να επεκταθούν και σε άλλες χώρες, ενώ άλλες συντηρούν ολόκληρες περιοχές με χιλιάδες κατοίκους αλλά και αυτόνομες κοινότητες.

Κάτι αντίστοιχο έχει γίνει και στην Ελλάδα, όπου τα τελευταία χρόνια αναπτύσσετε ο κλάδος των συνεταιριστικών επιχειρήσεων (εκ των οποίων οι περισσότερες είναι κολεκτίβες) στα αστικά κυρίως κέντρα της χώρας. Κάτι αντίστοιχο πραγματοποιήθηκε και με τους εργαζομένους της εταιρίας  Applebee's οι οποίοι μετά από πολλούς μήνες εργοδοτικού εμπαιγμού, εκβιασμών και χλεύης βρέθηκαν άνεργοι έπειτα απο το κλείσιμο της επιχείρησης που δούλευαν, έτσι έχοντας μήνες να πληρωθούν έστω και τον άθλιο σημερινό βασικό μισθό και με την ορατή απειλή της απώλειας των δεδουλευμένων τους αλλά και της αποζημίωσης, αποφάσισαν να πάρουν την τύχη στα χέρια τους, κάνοντας κατάληψη στον πρότινος εργασιακό τους χώρα και αναλαμβάνοντας μόνοι τους την πλήρη λειτουργία της επιχείρησης.
Αυτή εδώ είναι η ανακοίνωση που εξέδωσαν, από εδώ να θα ήθελα να ευχηθώ καλό κουράγιο και μακάρι να τελεσφορήσει και αυτή προσπάθεια.


  Αναγκαστήκαμε να προβούμε σε επίσχεση εργασίας μετά από δύο μήνες απλήρωτοι, αντιμετωπίζοντας την αδιαφορία του εργοδότη σε όποιες κινήσεις ή προτάσεις κάναμε για να λυθεί το πρόβλημα της μισθοδοσίας ώστε να εξασφαλιστούν τα συμφέροντά μας αλλά και η εύρυθμη λειτουργία του καταστήματος.


Το μήνα Δεκέμβριο έγινε η πρώτη καταγγελία στην επιθεώρηση εργασίας, όπως και τον Απρίλιο, χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Εισπράξαμε εμπαιγμό, ψέματα και ειρωνεία από τη διοίκηση της εταιρίας. Στη συνέχεια προβήκαμε σε κινητοποιήσεις έξω από το κατάστημα και συμμετείχαμε στις Γενικές Απεργίες στις 15, 28 και 29 Ιούνη. Ο εμπαιγμός και η κοροϊδία συνεχίστηκαν και σε τηλεφωνική συνομιλία που είχαμε με την γενική διευθύντρια της εταιρίας, με αποτέλεσμα να αισθανόμαστε μονίμως ανασφαλείς για το μέλλον της επιχείρησης και κατ' επέκταση των θέσεων εργασίας μας (εργαζόμαστε στο κατάστημα στη λεωφόρο Νίκης 15 άτομα και συνολικά στην εταιρία 150).

Στις 15/7 πριν ξεκινήσει η πρωινή βάρδια μας ενημέρωσαν τηλεφωνικά πως η εταιρεία έκλεισε!Στην επιθεώρηση η εργοδοσία δήλωσε πως δεν πρόκειται να πληρώσει τίποτα από δεδουλευμένα, αποζημιώσεις κτλ. Δηλαδή μετά από χρόνια ξεζούμισμα με ελαστικές σχέσεις εργασίας, μας πετάνε απλήρωτους στο δρόμο, αφού μάζεψαν από τον ιδρώτα μας αρκετά εκατομμύρια στους τραπεζικούς τους λογαριασμούς.

Στο δρόμο των συναδέλφων σε Banquet, Πονηρά Μεζεδάκια, Καφεναί κ.α, και των «αγανακτισμένων» στις πλατείες όλης της χώρας, θα αγωνιστούμε για να υπερασπίσουμε τα δικαιώματά μας και τις ζωές μας.

Ενάντια στην εργοδοτική κοροϊδία, καταλάβαμε το χώρο εργασίας μας για να μην πάρει τίποτα ο εργοδότης μέχρι να πληρωθούμε. Αποφασίσαμε να αυτοδιαχειριστούμε οι εργαζόμενοι το μαγαζί ώστε να μπορέσουμε οικονομικά να συντηρήσουμε τις οικογένειές μας.

Από Δευτέρα 18/7 σερβίρουμε το πρωί καφέδες-ροφήματα και βράδυ μετά τις 8μμ θα λειτουργεί κουζίνα. Όλα σε οικονομικές τιμές, για την οικονομική ενίσχυση των εργαζομένων.Καλούμε όλους εσάς να στηρίξετε έμπρακτα την προσπάθειά μας.

Ζητάμε τη συμπαράσταση όλων των εργαζομένων και της νεολαίας στο δίκαιο αγώνα μας. Να μην χαθούν οι θέσεις εργασίας. Να καταβληθούν οι μισθοί μας άμεσα.

Οι εργαζόμενοι της Εταιρείας«applebee's» στη Λ. Νίκης (45)  

http://applebeessquat.blogspot.com/

Πέμπτη 14 Ιουλίου 2011

μερικά ενδιαφέροντα κείμενα

Η «υπερήφανη, ισχυρή Ελλάδα»
Η οικονομική ανάπτυξη της δεκαετίας του 1990 είχε ως αποτέλεσμα την είσοδο στην ΟΝΕ και την Ε.Ε., πράγμα που επέτρεψε στο ελληνικό κεφάλαιο να διεισδύσει στα Βαλκάνια, να ισχυροποιήσει τη θέση του στον αραβικό κόσμο. Γενικότερα να χρησιμοποιήσει τη θέση του στα «μεγάλα σαλόνια» του δυτικού ιμπεριαλισμού (την Ε.Ε.) σαν εκβιαστικά χαρτιά απέναντι στις γειτονικές χώρες.
Τη δεκαετία του 1990 είχαμε μια ουσιαστική αλλαγή στα εθνικά ιδεολογήματα ως αποτέλεσμα της μεταβολής των διεθνών συσχετισμών αλλά και των επιτυχιών των ελλήνων καπιταλιστών που περιγράψαμε προηγούμενα.
Η «πολύπλευρη» εξωτερική πολιτική του ΠΑΣΟΚ υπό τον Ανδρέα Παπανδρέου απαιτούσε την ύπαρξη ενός αντίπαλου δέους (των χωρών του κρατικού καπιταλισμού) πράγμα που έπαψε να υπάρχει τη δεκαετία του 1990. Ωστόσο το πιο σημαντικό ήταν ότι ο ελληνικός καπιταλισμός είχε επιτύχει τους στόχους του. Το σλόγκαν της «ισχυρής Ελλάδας» του Σημίτη δεν ήταν ένα κενό περιεχομένου σύνθημα. Εξέφραζε, όλες τις επιτυχίες του ελληνικού καπιταλισμού στο πέρασμα του χρόνου από το 1974. Ένα από τα σπουδαία χαρακτηριστικά της μεγάλης οικονομικής αλλαγής που είχε γίνει όλες τις προηγούμενες δεκαετίες (και που οδήγησε τον ελληνικό καπιταλισμό στην 26η θέση στην παγκόσμια κατάταξη[18]) ήταν η μετατροπή της Ελλάδας από χώρα εξαγωγής μεταναστών σε χώρα εισαγωγής μεταναστών. Ένα μεγάλο μέρος της «ισχυρής Ελλάδας» κυριολεκτικά χτίστηκε πάνω στο αίμα και τη στυγνή εκμετάλλευση από το ελληνικό κεφάλαιο της εργασίας Αλβανών, αρχικά, και μετά μεταναστών απ’ ολόκληρο τον κόσμο.
Επιστέγασμα των οικονομικών και πολιτικών επιτυχιών απετέλεσε ο «εθνικός στόχος» της συμμέτοχης στην ΟΝΕ και το ευρώ. Η επιτυχία αυτού του στόχου έδινε αυτοπεποίθηση στην άρχουσα τάξη ότι πλέον ο ελληνικός καπιταλισμός συγκαταλεγόταν στο κλαμπ των μεγάλων δυτικών ιμπεριαλιστικών χωρών ως ισότιμος εταίρος. Αυτός ήταν ο λόγος που μετέτρεπε την ιδεολογική προπαγάνδα «να μην χάσουμε το ευρωπαϊκό τρένο» στην αιχμή του δόρατος για μια «νέα συναίνεση» των υποτελών τάξεων στα αστικά συμφέροντα.
Χρειαζόταν, λοιπόν, μια μετατόπιση στο επίπεδο της ιδεολογίας για να εκφραστεί η νέα θέση και αυτοπεποίθηση της ελληνικής άρχουσας τάξης. Αυτή την ανάγκη ερχόταν να καλύψει η «ισχυρή Ελλάδα».
Πράγματι, ολοένα και περισσότερο και η ίδια η κομματική γραφειοκρατία του ΠΑΣΟΚ αισθανόταν αποκομμένη από το «ηρωικό»(;) παρελθόν του κόμματος. Τα ιδεολογήματα της «φτωχής πλην τίμιας Ελλάδας» φαίνονταν παρωχημένα, εκτός χρόνου και τόπου. Ακόμα και τα τελευταία ίχνη του «διπλωματικού ριζοσπαστισμού» της Ανδρεϊκής περιόδου εξαφανίζονταν. Οι σχέσεις με τους σιωνιστές του Ισραήλ ολοένα και πύκνωναν. Ελληνικά εκστρατευτικά σώματα άρχισαν να συμμετέχουν σε όλες τις μεγάλες ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις στην περιοχή, την ίδια στιγμή βέβαια που οι βάσεις στην χώρα χρησιμοποιούνται ανεμπόδιστα για βομβαρδισμούς εναντίον αμάχων.
Δεν επρόκειτο (και ούτε πρόκειται βέβαια) για κανενός είδους «υποτέλεια στον ιμπεριαλισμό» (πράγμα που άλλωστε γινόταν ολοένα και πιο καθαρό σε μεγάλα κομμάτια της Αριστεράς τη δεκαετία του 1990). Οι έλληνες καπιταλιστές συμμετέχοντας στο κλαμπ των ισχυρών καπιταλισμών δεν είχαν κανένα λόγο να έρχονται σε αντιπαράθεση με τους «συνέταιρους» τους. Το Ισραήλ, για παράδειγμα, είναι ο κύριος (ένοπλος) θεματοφύλακας της ιμπεριαλιστικής ειρήνης των μεγάλων δυτικών δυνάμεων στην περιοχή. Ο ελληνικός καπιταλισμός έπρεπε να προσαρμόσει τις σχέσεις του με τους σιωνιστές αναλόγως. Η «χρησιμότητα» των Παλαιστινίων για τον ελληνικό καπιταλισμό ήταν μιας άλλης, προηγούμενης περιόδου. «Αποστολή εξετελέσθη», τώρα μπορούσαν να τους ξεπουλήσουν και αυτούς χωρίς κανένα πρόβλημα. Άλλωστε και τα ίδια τα διεφθαρμένα καθεστώτα του αραβικού κόσμου (με τα οποία οι ελληνικές κυβερνήσεις είχαν τις καλύτερες των σχέσεων) είχαν ξεπουλήσει τα πάντα στο δυτικό ιμπεριαλισμό.
Υπό το πρίσμα των εξελίξεων των τελευταίων 20 σχεδόν χρόνων, θα πρέπει να δούμε και την τωρινή απαγόρευση του απόπλου του στόλου για τη Γάζα. Η κατάσταση στη Μέση Ανατολή και γενικότερα στον αραβικό κόσμο είναι σήμερα εκρηκτική. Ένα κύμα ριζοσπαστισμού σαρώνει την περιοχή, πράγμα που θέτει σε αμφισβήτηση τα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα. Σε ένα τέτοιο κλίμα η ελληνική κυβέρνηση και οι Έλληνες καπιταλιστές δεν έχουν τίποτα το κοινό με τους αγώνες των Παλαιστινίων και των ακτιβιστών-συμπαραστατών. Αντίθετα, τα συμφέροντά τους είναι διαμετρικά αντίθετα.
Τα συμφέροντα του ελληνικού εφοπλιστικού κεφαλαίου είναι δεμένα με τη μοίρα των διεφθαρμένων αραβικών καθεστώτων πού σήμερα τρίζουν. Η ανατροπή του Μουμπάρακ άνοιξε τα σύνορα της Αιγύπτου με τη Γάζα (που ήταν ερμητικά κλειστά από το καθεστώς που ανετράπη). Αυτό έδωσε φτερά στο Παλαιστινιακό κίνημα, που ως γνωστό, αποτελεί την εμπροσθοφυλακή του αραβικού ριζοσπαστισμού. Το γεγονός αυτό, με τη σειρά του, κινητοποίησε το δυτικό ιμπεριαλισμό (που μέρος του αποτελεί και ο ελληνικός ιμπεριαλισμός) για να τεθούν αναχώματα στα κινήματα που συγκλονίζουν τον αραβικό κόσμο. Μέρος αυτής της στρατηγικής είναι η επέμβαση στη Λιβύη -στην οποία συμμετέχει και ο ελληνικός καπιταλισμός με τις βάσεις και με τον ελληνικό πολεμικό στόλο. Μέρος της ίδιας στρατηγικής είναι και η απαγόρευση του απόπλου του στόλου των ακτιβιστών προς τη Γάζα. Απλά και ξεκάθαρα πράγματα:
Τα συμφέροντα του ελληνικού καπιταλισμού είναι δεμένα με αυτά του δυτικού ιμπεριαλισμού στην περιοχή και επομένως και με την κυβέρνηση των σιωνιστών του Ισραήλ.

Η οικονομική κρίση και τα νέα διακυβεύματα
Ωστόσο, σήμερα βρισκόμαστε σε εντελώς διαφορετική συγκυρία από τη δεκαετία του 1990, που ο ελληνικός καπιταλισμός είχε αυξανόμενη αυτοπεποίθηση. Από την «ισχυρή Ελλάδα» περάσαμε στον σημερινό «προβληματικό» ελληνικό καπιταλισμό που κινδυνεύει με «περιορισμό της εθνικής κυριαρχίας» του. Πως συνέβη αυτή η… μετάβαση;
Για κάποιους στην Αριστερά, απλά, η οικονομική ανάπτυξη της προηγούμενης 15ετίας ήταν ψευδής. Ωστόσο η 26η θέση στον ανεπτυγμένο καπιταλιστικό κόσμο κάθε άλλο παρά ψευδής είναι. Μια δεκαπενταετία συνεχούς ανάπτυξης δεν είναι δυνατόν να είναι ψευδής. Αν ήταν έτσι, τότε κάθε περίοδος οικονομικής ανάπτυξης θα ήταν «ψευδής» για όλες τις καπιταλιστικές χώρες (και όχι μόνο για την Ελλάδα) γιατί πάντοτε ακολουθούνται από περιόδους μικρής ή μεγάλης ύφεσης και κρίσης.
Στον καπιταλισμό οι συσχετισμοί δύναμης ανάμεσα στα καπιταλιστικά κράτη θυμίζουν κινούμενη άμμο. Οι χτεσινοί νικητές γρήγορα μπορεί να μετατραπούν στους σημερινούς ηττημένους. Οι οικονομικοί και πολιτικοί ανταγωνισμοί δημιουργούν συνεχείς ανακατατάξεις στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα, στην ιεραρχία μεταξύ των καπιταλιστικών κρατών. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχουν ιστορικές στιγμές που κάποιος εθνικός καπιταλισμός κινδυνεύει να υποβαθμιστεί στην ιμπεριαλιστική ιεραρχία.
Αυτή είναι αδιαμφισβήτητα η περίπτωση του ελληνικού καπιταλισμού σήμερα. Όπως συμβαίνει σε όλες τις περιπτώσεις καπιταλιστικής ανάπτυξης, και στην περίπτωση του ελληνικού καπιταλισμού η οικονομική ανάπτυξη συνοδεύτηκε από τεράστιες ανισορροπίες. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τη παγκόσμια οικονομική κρίση του 2007-8, οδήγησαν στην κρίση του ελληνικού καπιταλισμού που βιώνουμε σήμερα. Και ασφαλώς η κρίση δεν είναι απλά οικονομική αλλά πολιτική και θέσης του ελληνικού καπιταλισμού στην ιεραρχία του δυτικού ιμπεριαλισμού.
Σε περιόδους οικονομικής κρίσης εμφανίζεται γυμνή η ουσία των σχέσεων μεταξύ καπιταλιστικών χωρών. Οι σχέσεις μεταξύ των καπιταλιστών είναι πάντοτε σχέσεις λυκοφιλίας. Η κρίση για τον έναν εθνικό καπιταλισμό αποτελεί ευκαιρία για έναν άλλον όχι απλά να τον προσπεράσει σε ανταγωνιστικότητα, αλλά και για να οικειοποιηθεί περιουσιακά στοιχεία του ανταγωνιστή.
Μια οικονομική κρίση σε έναν καπιταλιστικό κοινωνικό σχηματισμό λειτουργεί «εξυγιαντικά» για το σύστημα συνολικά: προκαλεί την πτώχευση κάποιων καπιταλιστών, οι οποίοι πετάγονται εκτός καπιταλιστικής αγοράς, οι επιχειρήσεις και τα πάγια στοιχεία τους υποτιμούνται και οι ανταγωνιστές τους τα καρπώνονται αγοράζοντάς τα κάτω του κόστους. Με αυτόν τον τρόπο (της «δημιουργικής καταστροφής») μεγαλώνει η συγκεντροποίηση του κεφαλαίου και επομένως και η (οικονομική) αποδοτικότητα των κεφαλαίων που επιβιώνουν της κρίσης.
Αντίστοιχη όμως διαδικασία στον διεθνή ανταγωνισμό, μπορεί να οδηγήσει τμήματα του εθνικού κεφαλαίου μια καπιταλιστικής χώρας να εξαγοραστούν από τους ανταγωνιστές μια άλλης καπιταλιστικής χώρας. Πράγμα που ολοφάνερα κινδυνεύει να πάθει ο ελληνικός καπιταλισμός από τους «συνεταίρους» του στην Ε.Ε. Τα όποια ιδεολογήματα για «ευρωπαϊκή οικογένεια» δεν μπορούν να αποκρύψουν τον λυσσαλέο ανταγωνισμό που υποβόσκει στο ευρωπαϊκό εγχείρημα των καπιταλιστών.
Σε δυο πράγματα συμπυκνώνεται αυτός ο κίνδυνος για τον ελληνικό καπιταλισμός.
Πρώτον, στο ελληνικό δημόσιο χρέος.
Σχεδόν το σύνολο του ελληνικού χρέους είναι εκφρασμένο σε ευρώ. Το δίκαιο που διέπει τις δανειακές συμβάσεις ενός κράτους είναι εξαιρετικά σημαντικό:
«[…] όταν το κράτος καταφέρει να υπογράψει δανειακές συμβάσεις που διέπονται από το δικό του δίκαιο, αποκτά ένα πα­νίσχυρο πλεονέκτημα έναντι των δανειστών του, καθώς μπορεί, σε οποιαδήποτε κρίσιμη χρονική στιγμή, να τροποποιήσει όχι τις ίδιες τις συμβάσεις αλλά τον αναγκαστικό νόμο που τις καθορίζει, έτσι ώστε να επιτύχει μια de facto διαπραγμάτευση του χρέους, χωρίς στην ουσία οι δανειστές να μπορούν να αμυνθούν νομικά. Το αγ­γλικό δίκαιο είναι αυτό που ευνοεί περισσότερο απ’ οποιοδήποτε άλλο τους δανειστές στην περίπτωση κρατικής πτώχευσης, ενώ το γαλλικό είναι ένα από τα πλέον «φιλικά» για το δανειολήπτη».[19]
Μέχρι πρόσφατα, πάνω από το 90% του ελληνικού χρέους καθοριζόταν νομικά από το ελληνικό δίκαιο:
«[…]«σε περίπτωση αναδιάρθρωσης του χρέους της, το μεγαλύτερο πλεονέκτημα της Ελλάδας [ήταν] μακράν το γε­γονός πως τόσο μεγάλο ποσοστό αυτού διέπεται από το ελληνικό δίκαιο. Σε καμία άλλη περίπτωση στη σύγχρονη οικονομική ιστο­ρία δεν υπήρξε χώρα που να μπορούσε να επηρεάσει αποφασι­στικά μια ενδεχόμενη αναδιάρθρωση του χρέους της, με το να τροποποιήσει μερικά νομικά χαρακτηριστικά που διέπουν τη συ­ντριπτική πλειονότητα των εργαλείων με τα οποία αυτό έχει εκδοθεί».[20]
Ωστόσο, το πλεονέκτημα αυτό χάθηκε από τον ελληνικό καπιταλισμό κάτω από την πίεση των ανταγωνιστών του στην Ε.Ε. που άρπαξαν την ευκαιρία που τους παρουσιάζεται (λόγω της κρίσης του ελληνικού καπιταλισμού) να υφαρπάξουν σε χαμηλές τιμές περιουσιακά στοιχεία του ελληνικού δημοσίου αλλά και των Ελλήνων καπιταλιστών. Η οικονομική κρίση:
«[…] οδή­γησε την Ελλάδα στην υπογραφή της Σύμβασης Δανειακής Διευ­κόλυνσης με Χώρες της ΕΕ και στο Διακανονισμό Χρηματοδότη­σης Άμεσης Ετοιμότητας του ΔΝΤ, δημιουργώντας την πολυπό­θητη νομοθεσία που εξασφάλισε τα εξής:
α) Την απαλλαγή των ευρωπαϊκών τραπεζών από το «τοξικό» ελληνικό χρέος και τη μεταφορά του σε χώρες της ΕΕ, στο ΔΝΤ και στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, απ’ όπου θα γίνει η διαχείριση του.
β) Την αλλαγή του δικαίου που διέπει το χρέος από το ελληνικό στο αγγλικό, καταργώντας ένα μοναδικό πλεονέκτημα της Ελλάδας.
γ) Την επιβάρυνση του ελληνικού χρέους με εμπράγματες ασφάλειες επί του ελληνικού δημοσίου, ακυρώνοντας το δεύτερο εξαιρετικό πλεονέκτημα της Ελλάδας.
δ) Την εποπτεία και τον έλεγχο της ελληνικής οικονομίας και την υποχρέωση της Ελλάδας να υπακούει στις υποδείξεις των δανειστών της, ώστε να εξασφαλιστεί στο μέγιστο δυ­νατό βαθμό η αποπληρωμή των δανείων της προς αυτούς».[21]
Δεύτερον, η οικονομική κρίση είναι πλέον τέτοιας έκτασης που οι Έλληνες καπιταλιστές κινδυνεύουν να χάσουν μαζί με τα «ασημικά του σπιτιού» και το ίδιο το «ταμείο»: τις ίδιες τις τράπεζες τους:
«Η ευπάθεια των ελληνικών τραπεζών, ακόμα και στην περίπτωση που η χώρα μας λάβει τελικά το νέο πακέτο βοήθειας, είναι κοινός τόπος. Οι τράπεζες είναι πιθανό να αντιμετωπίσουν ακόμη και πρόβλημα ύπαρξης, μετά την ανακοίνωση της Standard & Poor’s ότι το σχέδιο για μετακύλιση (rollover) του ελληνικού χρέους ενδεχομένως να οδηγήσει την Ελλάδα σε επιλεκτική χρεοκοπία. Η έκθεση των ελληνικών τραπεζών σε κρατικά ομόλογα κυμαίνεται από το 72% της Marfin Popular Bank και φτάνει στο 218% της Εθνικής Τράπεζας. Ήδη υπάρχει πρόβλημα κεφαλαιακής επάρκειας, ενώ η μεγαλύτερη άμεση πρόκληση είναι η ρευστότητα».[22]
Ακόμα πιο αποκαλυπτικά, σύμφωνα με την εφημερίδα «Κεφάλαιο», με το μνημόνιο ΙΙ:
«Οι εντολές της τρόικας προς τις ελληνικές τράπεζες έχουν ως εξής:
• Απαγορεύεται το βέτο του κρατικού επιτρόπου για εξαγορές από ξένους
• Απαιτείται νόμος για την εκκαθάριση των τραπεζών που δεν μπορούν να σωθούν
• Μόνο οι βιώσιμες τράπεζες στο ταμείο σωτηρίας
• Αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου άμεσα ή συγχωνεύσεις
• Σαρωτικός επανέλεγχος σε όλα τα δάνεια».[23]

Εθνική ή ταξική απάντηση στην κρίση;
Ιδού λοιπόν ο λόγος για την υποτονική αντίδραση ΠΑΣΟΚ, ΝΔ, ΛΑΟΣ στη δήλωση του Ζαν Κλοντ Γιούνκερ ότι η «κυριαρχία των Ελλήνων θα περιοριστεί δραστικά».[24] Οι Έλληνες καπιταλιστές έχουν σημάνει ταξικό συναγερμό: Κινδυνεύουν άμεσα να υποστούν υποβάθμιση στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα.
Όλα τα αστικά κόμματα πρέπει να συστρατευτούν για τη σωτηρία των Ελλήνων καπιταλιστών, αποτρέποντας τα χειρότερα. Τα βάρη να τα υποστεί ο κόσμος της εργασίας για να αυξηθούν τα περιθώρια κέρδους του κεφαλαίου και να αντιμετωπισθεί με επιτυχία η πίεση που δέχονται οι Έλληνες καπιταλιστές από τους ανταγωνιστές-«συνέταιρους» τους στην Ε.Ε. Αλλά,δεν πρόκειται μόνο γι’ αυτό: η κατάσταση πλέον έχει φτάσει σε τέτοιο κρίσιμο σημείο για τους Έλληνες καπιταλιστές που απαιτείται μια συνολικότερη αναδιάρθρωση των ταξικών σχέσεων: θα πρέπει να χτυπηθούν και κομμάτια της μικρομεσαίας αστικής τάξης για να αυξηθεί η συγκεντροποίηση του κεφαλαίου («ελεύθεροι επαγγελματίες», άνοιγμα των «κλειστών» επαγγελμάτων), να περιοριστεί η «φορολογική ασυλία» που παρείχε η αστική τάξη στα σύμμαχά της μικροαστικά στρώματα.
Πρόκειται, προφανώς, για μια διαδικασία με αρκετούς κινδύνους για την άρχουσα τάξη. Γι’ αυτό το λόγο πιέζουν τόσο η ελληνική άρχουσα τάξη όσο και οι γραφειοκράτες της Ε.Ε. για συναίνεση μεταξύ των αστικών κομμάτων.
Σε αυτή την ταξική μάχη του ελληνικού κεφαλαίου επιστρατεύουν ακόμα και τη δήλωση του Ζαν Κλοντ Γιούνκερ προς (ιδεολογικό) όφελός τους: ναι πράγματι «κινδυνεύουμε να χάσουμε μέρος της εθνικής μας ανεξαρτησίας». Επομένως, για να «σωθεί η Πατρίς», όλα τα αστικά κόμματα σε έναν «μεγάλο συνασπισμό».
Η κρίση που αντιμετωπίζει ο ελληνικός καπιταλισμός είναι τέτοιας έκτασης που χρειάζεται μια νέα αναπροσαρμογή και η «εθνική μυθολογία». Ενδεχομένως να (ξανα)επιστρέψουμε στο «ανάδελφο έθνος», «τη μικρή χώρα περικυκλωμένη από εχθρούς» ή έναν συνδυασμό όλων των κατά καιρούς εθνικών ιδεολογημάτων.
Ανακύπτει ασφαλώς ένα κρίσιμο ερώτημα:
Θα πρέπει ο κόσμος της εργασίας και η Αριστερά να συστρατευτεί σε έναν «εθνικό αγώνα»;
Μέχρι στιγμής η Αριστερά έχει αποφύγει αυτόν τον κίνδυνο -ωστόσο δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι, ιστορικά, είναι επιρρεπής σε «εθνικούς αγώνες».
Η ιδεολογική στρατηγική των Ελλήνων καπιταλιστών είναι διαφανής. Εμφανίζουν τη δική τους κρίση ως «εθνική» για να συγκαλύψουν την ταξική επίθεση που έχουν εξαπόλυση κατά των εργαζομένων (αλλά και σε τμήματα των μικροαστών). Αυτό φαίνεται και στην αμφισημία ως προς τις δηλώσεις του Ζαν Κλοντ Γιούνκερ. Από τη μια η κυβέρνηση τις αποκηρύσσει και δηλώνει ότι δεν τίθεται κανένα ζήτημα «επιτρόπων» της Τρόικας στα υπουργεία, αλλά απλών «συμβούλων, τεχνοκρατών». Από την άλλη ο αντιπρόεδρος Ε. Βενιζέλος δηλώνει ότι ο Γιούνκερ είναι «Μεγάλος Φιλέλληνας».[25] Που μεταφράζεται σε θετική αντιμετώπιση των δηλώσεων, δηλαδή ότι τα μέτρα που προτείνει η Ε.Ε. (ανελέητα νεοφιλελεύθερα και καταστροφικά για τους εργαζόμενους) είναι τα μόνα μέτρα που μπορούν να «διασώσουν την Ελλάδα».
Η εργατική τάξη στην Ελλάδα δεν έχει κανένα λόγο να συστρατευτεί σε «εθνικούς αγώνες». Οποτεδήποτε, το «εθνικό» κυριάρχησε επί του ταξικού, οι εργαζόμενοι συντρίφτηκαν (η ιστορία του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ είναι η πιο τρανή απόδειξη αυτής της αλήθειας).
Σε έναν κόσμο που το κεφάλαιο είναι διεθνοποιημένο, κάθε πραγματικά αποτελεσματική πολιτική προς όφελος του κόσμου της εργασίας πρέπει αναπόφευκτα να είναι προσανατολισμένη και προς το διεθνές περιβάλλον στο οποίο διεξάγεται η ταξική πάλη της εργατικής τάξης. Οι Έλληνες εργαζόμενοι έχουν σήμερα μια τεράστια, χρυσή ευκαιρία να μετατρέψουν την κρίση του ελληνικού καπιταλισμού σε ευρωπαϊκή και παγκόσμια. Είναι πλέον ξεκάθαρο και στον ελάχιστα ενημερωμένο για τη διάσταση της παγκόσμιας οικονομική κρίσης, ότι ο μεγάλος φόβος, όχι μόνο για τους καπιταλιστές της ευρωζώνης, αλλά και για τους καπιταλιστές ολόκληρου του κόσμου, είναι μήπως η Ελλάδα αποτελέσει τη νέα Lehman Brothers (η κατάρρευση της οποίας το 2008 πυροδότησε τη σημερινή παγκόσμια οικονομική κρίση).
Μπορούμε να πραγματοποιήσουμε τους εφιάλτες τους! Αρνούμενοι να υποστούμε τις θυσίες που απαιτούνται για να ανακάμψει το ελληνικό κεφάλαιο, ανοίγουμε ταυτόχρονα την προοπτική μιας πανευρωπαϊκής κρίσης που θα αποδεσμεύσει τις δυνάμεις της εργασίας σε ευρωπαϊκό πλέον επίπεδο για μια άλλη προοπτική. Δεν πρόκειται για μια ελπίδα-ουτοπία κάποιων αριστερών. Οι ίδιοι οι καπιταλιστές τρέμουν μια τέτοια πιθανότητα, επομένως τη θεωρούν ρεαλιστική. Όπως έχει δηλώσει ο Μπαράκ Ομπάμα:
«Σε ό,τι αφορά τις ΗΠΑ, όπως είπε, η χώρα του θα συνεργαστεί στις προσπάθειες για την επίλυση των ελληνικών προβλημάτων, μέσα και από τη συμμετοχή της στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.
Προειδοποίησε μάλιστα με καταστροφικές συνέπειες για την παγκόσμια οικονομία αν υπάρξει στην Ευρωζώνη ένα «ανεξέλεγκτο σπιράλ» και χρεοκοπία σε κάποιο κράτος. “Πρέπει να είμαστε βέβαιοι ότι όλες οι καλές ιδέες θα μπουν στο τραπέζι”, είπε».[26]

Έξοδος από Ε.Ε. και ευρώ
Ωστόσο, οι αμυντικοί αγώνες ενάντια στα μέτρα, όσο σημαντικοί και αν είναι, δεν επαρκούν από μόνοι τους. Όπως επανειλημμένα έχει αποδειχθεί ιστορικά, η άρχουσα τάξη ποντάρει στα εξής απλά γεγονότα: στην «οικονομική αναγκαιότητα», στην κόπωση δηλαδή των εργαζομένων από τη στιγμή που οι απεργιακοί αγώνες οδηγούν σε χάσιμο μεροκάματων και μάλιστα σε μια εποχή που έχουν υποστεί δραστικές μειώσεις μισθών και ημερομισθίων. Επιπλέον, την κόπωση αυτή ενισχύει αποφασιστικά η έλλειψη εναλλακτικής προοπτικής για τον κόσμο της εργασίας. Τα φόβητρα της «οικονομικής χρεωκοπίας», της «επιστροφής στη δραχμή», στην «πείνα και την εξαθλίωση» που «θα επιφέρει η έξοδος από την Ε.Ε. και το ευρώ» δεν αποτελούν απλά ιδεολογήματα. Η οικονομική κρίση είναι τόσο μεγάλη, που ούτε για τον κόσμο της εργασίας υπάρχουν αυτονόητες εναλλακτικές λύσεις οι οποίες να μην εγκυμονούν κινδύνους για το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων. Όσο δεν υπάρχουν πειστικές απαντήσεις στα πραγματικά προβλήματα της συγκυρίας από την πλευρά της Αριστεράς, η άρχουσα τάξη μπορεί αποτελεσματικά να προβάλει το «δεν υπάρχει εναλλακτική λύση».
Η κυβέρνηση, λοιπόν, μπορεί να «γαντζωθεί» στην εξουσία (άλλωστε τη βοηθά προς αυτό και η κοινοβουλευτική αντιπολίτευση) και να περιμένει να «εξατμισθεί» το κίνημα. Ιστορικά μια τέτοια στρατηγική φαίνεται αποτελεσματική. Στις 15 Ιούνη η κυβέρνηση παρέπαιε κάτω από την πίεση του κινήματος και ο Παπανδρέου αποδεχόταν πρόταση του Σαμαρά για κυβέρνηση «εθνικής σωτηρίας» με τη ΝΔ χωρίς τον ίδιο για πρωθυπουργό.[27] Ωστόσο, τις επόμενες μέρες η στρατηγική του «γαντζώματος» στην εξουσία με τη νέα κυβέρνηση ΓΑΠ-Βενιζέλου κυριάρχησε.
Επομένως, για να υπάρξει μια νέα κοινωνική συμμαχία μεταξύ του κόσμου της εργασίας και των μικροαστικών στρωμάτων που αποτελεσματικά να αντιμετωπίζει την κυβερνητική πολιτική, ενώ ταυτόχρονα θα ανοίγει την προοπτική για μια σοσιαλιστική διέξοδο, απαιτείται απαραίτητα η επεξεργασία μιας στρατηγικής διεξόδου από την οικονομική και πολιτική κρίση που να είναι ρεαλιστικά πειστική.
Κεντρικό θέμα για μια νικηφόρα στρατηγική για τον κόσμο της εργασίας, αποτελεί το ζήτημα της Ε.Ε.. Θα ισχυριστώ πολύ καθαρά το εξής:
Όποιος πολιτικός χώρος στην Αριστερά δεν θέτει επί τάπητος σαν κεντρικό ζήτημα τη ρήξη με την Ε.Ε. και το ευρώ δεν προσφέρει κανενός είδους διέξοδο για τους εργαζόμενους.
Η αντίρρηση ενός τμήματος της Αριστεράς για έξοδο από Ε.Ε. και ευρώ είναι ότι μια τέτοια πρόταση είναι «εθνοκεντρική», αναζητά τη λύση προς ρεφορμιστικές λογικές «εθνικής οικονομίας» και «αριστερής κυβέρνησης» με κεϋνσιανό πρόγραμμα.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πολλές από τις απόψεις για έξοδο από το ευρώ έχουν αυτό τον πολιτικό προσανατολισμό. Ωστόσο και οι απόψεις που δεν θίγουν το ζήτημα της εξόδου από την Ε.Ε. έχουν το πρόβλημα του εγκλωβισμού σε «θεσμική αντιπολίτευση» (αυτό αφορά ιδιαίτερα τον ΣΥΝ).
Σε κάθε περίπτωση…
Το γεγονός ότι, όπως αναφέραμε παραπάνω, «κάθε πραγματικά αποτελεσματική πολιτική προς όφελος του κόσμου της εργασίας πρέπει αναπόφευκτα να είναι προσανατολισμένη και προς το διεθνές περιβάλλον», δεν μπορεί να σημαίνει ότι οποιαδήποτε ριζοσπαστική (ή επαναστατική) λύση για τους εργαζόμενους θα να γίνει ταυτόχρονα σε παγκόσμια κλίμακα. Κάτι τέτοιο θα ήταν εντελώς ουτοπικό. Οι εξεγέρσεις (και οι επαναστάσεις) ξεκινούν σε εθνικό επίπεδο, στον «αδύναμο κρίκο». Το θέμα με όσους δεν θέτουν ζήτημα Ε.Ε. και ευρώ είναι ότι μεταθέτουν το πρόβλημα σε ένα αόριστο μέλλον, όπου όλα θα λυθούν σε «ευρωπαϊκό επίπεδο». Αυτό είναι που καθιστά την πολιτική τους πρόταση «θεσμική», επί της ουσίας ρεφορμιστική πολιτική.
Σήμερα, έχει γίνει πλέον προφανές ότι, η Ε.Ε. έχει μετατραπεί στο προπύργιο του νεοφιλελευθερισμού. Η ίδια η αρχιτεκτονική της ευρωζώνης είναι η εγγύηση για τη συνέχιση των ακραίων νεοφιλελεύθερων πρακτικών. Πράγμα που φαίνεται ανάγλυφα στο κοινό νόμισμα. Ένα «σκληρό» νόμισμα, το ευρώ, που ευνοεί μόνο το μεγάλο κεφάλαιο των κρατών-μελών και καταδικάζει τους εργαζόμενους της Ε.Ε. σε μόνιμη λιτότητα.
Και όχι μόνο αυτά. Η Ε.Ε. είναι σήμερα η ενσάρκωση των πλέον αντιδημοκρατικών ουτοπιών του κεφαλαίου. Πρόκειται για μια λυκοφιλία μεταξύ των πιο ισχυρών καπιταλισμών του πλανήτη που λειτουργεί με εντελώς αντιδημοκρατικό τρόπο. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,το μόνο άμεσα εκλεγμένο όργανο της Ε.Ε., δεν μπορεί να εισηγηθεί καν κάποια νέα νομοθεσία -αυτό αποτελεί προνόμιο μόνο των ηγετών των κρατών μελών ή των συμβουλίων των υπουργών (που συνεδριάζουν πίσω από ερμητικά κλειστές πόρτες). Το γεγονός αυτό εξηγεί γιατί η συμμετοχή των ψηφοφόρων στα κράτη-μέλη στις εκλογές για την Ευρωβουλή έχει καταποντιστεί, με τη συμμετοχή να φθάνει πέρσι το 43%. Στο μόνο που λειτουργεί αποτελεσματικά η Ε.Ε. είναι στη διασπορά στους εργαζόμενους σκληρών πολιτικών λιτότητας.
Το χειρότερο είναι ότι η Ε.Ε. μετατρέπεται κυριολεκτικά στην «ουτοπία του κεφαλαίου». Σε μια καπιταλιστική κοινωνία που θα τη διοικούν τεχνοκράτες, «ειδήμονες» της «οικονομικής αποτελεσματικότητας». Ο διορισμός «επιτρόπων», που κανείς δεν τους έχει εκλέξει, στα ελληνικά υπουργεία οι οποίοι θα ελέγχουν την εφαρμογή πολιτικών λιτότητας και ιδιωτικοποιήσεων εντάσσεται σε αυτήν την ανατριχιαστική «ουτοπία του κεφαλαίου». Η πίεση για «συναινετικές κυβερνήσεις» σε Ελλάδα, Πορτογαλία, Ιρλανδία (και αργότερα, ενδεχόμενα, και σε άλλες χώρες της Ευρώπης) οδηγεί σε αντιδημοκρατικές κατευθύνσεις ακόμα και με τα μέτρα του αστικού κοινοβουλευτισμού (των πολύ περιορισμένων αστικών δημοκρατικών δικαιωμάτων). Μέχρι τώρα, χάρις σε αντιδημοκρατικά εκλογικά συστήματα «ενισχυμένης αναλογικής», εναλλάσσονταν στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες δυο καθεστωτικά κόμματα. Υπό μια έννοια, είχαμε ένα κόμμα της άρχουσας τάξης με δυο πτέρυγες, που εναλλάσσονταν στην κυβερνητική εξουσία με νομιμοποίηση τα αποτελέσματα των κοινοβουλευτικών εκλογών. Σήμερα οδεύουμε (σε πρώτη φάση τουλάχιστον σε κάποιες χώρες-πρότυπα) σε κατάργηση (προσωρινή;) και αυτού του μοντέλου: ένα και μοναδικό πλέον κόμμα («συναινετικό» σε πρώτη φάση) που θα επιβάλλει την πολιτική που υπαγορεύει το κεφάλαιο (μέσω «των αγορών»).
Στην Ελλάδα ένα τέτοιο σενάριο είναι πραγματικά ανατριχιαστικό αν εφαρμοστεί στην πράξη: η Ε.Ε. πιέζει για ευρεία συναίνεση των αστικών κομμάτων που θα συμπεριλαμβάνει όχι μόνο το «πολιτικό πτώμα» της κ. Μπακογιάννη, αλλά και το νεοφασιστικό ΛΑΟΣ, με ότι αυτό θα επιφέρει για τις δημοκρατικές ελευθερίες (και τους μετανάστες) στην Ελλάδα. Γενική πρόβα, μιας τέτοιας «κοινοβουλευτικής δημοκρατίας» στα πρότυπα των τεχνοκρατών της Ε.Ε., ήταν και το ότι τα μέτρα που προβλέπει το νέο Μνημόνιο ΙΙ ούτε καν πέρασαν για έστω και τυπική έγκριση από το ελληνικό κοινοβούλιο…[28]
Η ρήξη με την Ε.Ε. αποτελεί μονόδρομο για το εργατικό κίνημα όχι μόνο της Ελλάδας, αλλά και των υπόλοιπων κρατών-μελών.
Μια έξοδος της Ελλάδας από την ΕΕ, όμως, είναι επίσης φανερό ότι δε μπορεί να λειτουργήσει από μόνη της, υπέρ των εργαζομένων. Πρέπει να συνοδεύεται από τη μονομερή παύση πληρωμών προς τους δανειστές και τη διαγραφή του χρέους, από το πέρασμα στο δημόσιο με εργατικό έλεγχο του τραπεζικού συστήματος και την απαγόρευση της φυγής κεφαλαίων από τη χώρα, από τη ριζική ανακατανομή του κοινωνικού πλούτου εις βάρος του κεφαλαίου και υπέρ των εργαζομένων, την προστασία των μισθών και των κοινωνικών παροχών. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, αν αποτελέσει κομμάτι μιας συνολικότερης αντικαπιταλιστικής πορείας που θα καθορίζεται από τις λαϊκές ανάγκες και όχι από τα κέρδη και τις αγορές, η έξοδος από την ΕΕ και το ευρώ, θα λειτουργήσει υπέρ των εργαζομένων.
Μια τέτοια έξοδος δεν μπορεί να λειτουργήσει μόνο σε εθνικά πλαίσια. Δεν είναι οικονομικά βιώσιμη η «εθνική ανάπτυξη» στο σύγχρονο διεθνοποιημένο κόσμο. Χρειάζεται στήριξη στο διεθνές κίνημα. Όμως οι εξεγέρσεις και οι επαναστάσεις είναι μεταδοτικές. Οι αραβικές επαναστάσεις και η επίδρασή τους, ο τρόπος που «επικοινωνεί» το Σύνταγμα με τις άλλες πλατείες της Ευρώπης, δείχνουν πως κάτι τέτοιο δεν είναι ανέφικτο. Αρκεί κάποιος να κάνει το πρώτο βήμα, να σπάσει την αλυσίδα στον «αδύναμο κρίκο».
Θα επιμείνουμε στην ιδέα που αναπτύξαμε και προηγούμενα:
Η κρίση του παγκόσμιου καπιταλισμού είναι σήμερα τέτοιας έκτασης, ώστε ο «αδύναμος κρίκος», η χώρα που έχει την κινηματική δυνατότητα, μπορεί να αποτελέσει τη θρυαλλίδα για ανακατατάξεις προς όφελος της εργασίας στην καρδιά του κτήνους: τις ίδιες τις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, αρχής γενομένης με την Ε.Ε.
Άγγελος Καλοδούκας
Σημειώσεις